Θεατρικό έργο
Α ρε πατέρα α ρε πατέρα
Ο πεθερόπληκτος!
Δικαίος Γεώργιος
Διανομή ρόλων
Ηρακλής: ο ήρωας σύζυγος.
Δαλιδά: η σύζυγος.
Αφροδίτη: η άτακτη κόρη.
Αχιλλέας: ο φοβητσιάρης γιος.
Κλυταιμήστρα: η ναζιάρα πεθερά.
Αριστομένης: ο σκληρός πεθερός.
Δημητρός: ο πεθερόπληκτος φίλος του.
Άρης: ο κολλητός της Αφροδίτης.
Σκηνή πρώτη.
Δαλιδά: Που είναι ο πατέρας σου που είναι ο πατέρας σου;
Αφροδίτη: Σιγά ρε μάνα τα αυτιά μου, με ξεκούφανες.
Δαλιδά: Ναι κατάλαβα όλο τον πατέρα σου υποστηρίζεις εσύ, τον τεμπέλη, τον ακάματη, τον χαραμοφάη, τον υπναρά, τον……….
Κλυταιμήστρα: Ναι πέστα κόρη μου πέστα! Ακούς θράσος να λείπει να μην είναι εδώ να σε βοηθήσει! Να σιδερώσει τα ρούχα, να απλώσει τα ρούχα, να βάλει τα ρούχα στην θέση τους που όλο τρέχουμε εδώ μέσα, ο αφιλότιμος που βρήκε ευκαιρία να ξεπορτίσει.
Ηρακλής μπαίνει στην σκηνή και λέει: Καλησπέρα τι κάνει η πεθερούλα μου.
Κλυταιμήστρα: Σαν δεν ντρέπεσαι λίγο που γυρίζεις βρε; Που λείπεις και στενοχωρείς και την γυναίκα σου που τρέχει από το πρωί ως το βράδυ εδώ μέσα! Αλλά δεν έχεις φιλότιμο, αν είχες δεν θα το κούναγες ρούπι από εδώ μέσα.
Δαλιδά: Ναι καλά στα λέει η μητέρα μου που έφυγες και με άφησες εδώ μέσα να τρέχω σαν την τρελή, να σιδερώσω, να πλύνω το μαρούλι να..
Ηρακλής: Μια ώρα έλειψα μάτια μου, αγαπούλα μου. Μια ώρα στον Δημητρό πήγα.
Δαλιδά: και έπρεπε να πας στον Δημητρό; Εγώ για άλλη δουλειά σε έστειλα στον μπαρμπανίκο και γύριζες δυο ώρες.
Ηρακλής: Μα αφού κοντά είναι ο Δημητρός μάτια μου. Είπα να πάω γιατί σήμερα με είδε στην δουλειά και μου είπε πέρνα να σε δω και λίγο.
Κλυταιμήστρα: Και εσύ έπρεπε να πας, σαν δεν ντρέπεσαι λίγο. Δεν έχεις φιλότιμο επάνω σου γαϊδούρι που άφησες την γυναίκα σου, να τρέχει σαν την τρελή εδώ μέσα που γυρίζεις από εδώ και από εκεί.
Ηρακλής: Μα μια ώρα έλειψα, μια ώρα σε έναν ολόκληρο μήνα, πως κάνετε έτσι πια; Όλο εδώ μέσα δεν κάθομαι συνεχώς, κόψτε την γκρίνια πια.
Κλυταιμήστρα: Πάψε γρουσούζη, πάψε που μας έχεις ταράξει με την γκρίνια σου εδώ μέσα, με τις αγριοφωνάρες σου. Ένα κορίτσι μάλαμα πήρες την κορούλα μου, το καλύτερο κορίτσι της γειτονιάς και πως την κατάντησες.
Δαλιδά: Ναι, ναι μικρό κορίτσι ήμουν στο άνθος της ηλικίας μου.
Ηρακλής: Γιατί τώρα τι είσαι; Εμένα άσπρισαν τα μαλλιά μου, εμένα πέσαμε, εσύ ντούρασελ και βάλε όλο και ποιο νέα δείχνεις.
Κλυταιμήστρα: Πάψε βρε, πάψε που το έχεις λιώσει το κορίτσι μου. Από το πρωί ως το βράδυ όλο τρέχει και εσύ θρέφεις νιάτα.
Ηρακλής: Εγώ φταίω ή η κορούλα σου που πήρε το ψαλίδι και χρατς μου έκοψε τα μαλλιά σύριζα. Σαν το κόμμα τον Σύριζα που ήρθε με ορμή και μετά έχασα την δύναμη μου και εγώ και ο Σύριζα που να τα βγάλουμε μετά με τους ευρωπαίους. Που ήθελε να μου ξυρίσει το κεφάλι σαν το Βαρουφάκη, να φαίνεται το κεφάλι μου σαν γλόμπος.
Δαλιδά: Γιατί τώρα πως είσαι τα χάλια σου έχεις! Κάτι μαλλιά ένα δεξιά, ένα αριστερά και τρεις τρίχες στο κέντρο. Που μου ήθελες και αλογοουρά και να είσαι και καμικάζι, ρεμπεσκέ ε ρεμπεσκέ.
Κλυταιμήστρα: Ναι καμικάζι με μπουφάν και μηχανή.
Ηρακλής; Αφού δεν με αφήνεις να πάρω αυτοκίνητο, ένα μικρό μηχανάκι να έπαιρνα και εγώ να κάνω της δουλειές μου.
Κλυταιμήστρα: Να σκοτώσεις κανέναν άνθρωπο να τον πληρώνουμε κιόλας, με τα πόδια να πηγαίνεις! Ακούς θράσος ο αχαΐρευτος, ο γρουσούζης!
Δαλιδά: Καλά του τα λες μάνα με τα πόδια να πηγαίνεις.
Ηρακλής: Τότε γιατί ο πεθερός μου μεγάλος άνθρωπος έχει μηχανάκι και εγώ όχι;
Κλυταιμήστρα: Πάψε σώγαμπρε, άντε για πάψε εδώ μέσα που σε μαζέψαμε και ανεχόμαστε της γκρίνιες σου! Της παραξενιές σου, της τρέλες σου, της μούρλιες σου, της αγριοφωνάρες σου που σου έδωσα ένα κορίτσι μάλαμα! Αχάριστε, άκαρδε, τζαναμπέτη!
Ηρακλής: Καλά, καλά πάω μέσα φεύγω, δεν έχω όρεξη να ακούω και της αγριοφωνάρες σας από πάνω.
Δαλιδά: Όχι εμείς θα φύγουμε θα πάμε στην Ειρήνη, να απλώσεις τα ρούχα και κάνε και καμιά δουλειά! Πάμε μητέρα.
Κλυταιμήστρα: Πάμε κόρη μου, έλα Αφροδίτη πάμε.
Αφροδίτη: Μα γιαγιά δεν θέλω να πάω στην Ειρήνη, μην με πιέζετε εδώ μέσα γιατί όλο αυτό κάνετε!
Κλυταιμήστρα: Όχι δεν θα κάτσεις εδώ με τον πατέρα σου, στο ταμπλετ, στον υπολογιστή, στο κινητό να ακούς μουσική! Μπρος προχώρα και μην φέρνεις αντιρρήσεις.
Ηρακλής: Κοιτάξτε αν δεν θέλει το παιδί.
Δαλιδά: Πάψε εσύ που θα μας κάνεις και κουμάντο εδώ μέσα. Μπρος προχώρα εσύ μικρή.
Η Κλυταιμήστρα ανοίγει την πόρτα και φεύγει λέγοντας: Άντε πάμε.
Δαλιδά: πάμε, μπρος προχώρα εσύ μικρή.
Ηρακλής: Καλά να περάσετε, την καλησπέρα μου στον θείο που με αγαπάει πολύ και λέει πάντα τα καλύτερα λόγια για έμενα.
Κλυταιμήστρα επιστρέφει στην σκηνή και λέει: Ναι ο βλάκας, πιαστήκαμε από νεφραμιά και εμείς και η θεια σου.
Αφροδίτη: Μα γιαγιά μια χαρά άνθρωπος είναι ο θείος Αριστοτέλης χαρούμενος, πρόσχαρος, εύθυμος, ευδιάθετος, έξω καρδιά σαν το πατέρα!
Ηρακλής: Πέστα κορούλα μου πέστα, η αλήθεια να λέγετε.
Κλυταιμήστρα: Πάψε και εσύ γρουσούζη, άντε κάνε και καμιά δουλειά εδώ μέσα που όλο θα ακούμε την γκρίνια σου εδώ μέσα.
Δαλιδά: Ναι μητέρα άντε να φύγουμε και εσύ μικρή μην υποστηρίζεις τον πατέρα σου και φεύγουν.
Ηρακλής μονολογεί: Δόξα τον Θεό ησυχία, λίγη ησυχία επιτέλους! Ά ρε πατέρα, α ρε πατέρα εσύ μου τα έλεγες αλλά εγώ δεν σε άκουγα ο χαζός, δεν σε άκουγα. Μην δείχνεις την αγάπη σου στην γυναίκα σου, μην της τα δίνεις όλα γιατί θα σε εκμεταλλευτή θα σε πατήσει κάτω, θα σε λειώσει, θα σε κάνει με τα κρεμμυδάκια. Η καλή μου η καρδιά τα φταίει όλα για αυτά που περνάω εδώ μέσα, αλλά και εσύ Θεέ μου δεν με βοηθάς και λίγο, δεν με βοηθάς! Να είχα λίγα χρήματα να πάρω μια μηχανή, ένα αυτοκίνητο, ένα δικό μου σπίτι, να φύγω από εδώ μέσα να είμαι με την γυναίκα μου όπως παλιά. Δεν με βοηθάς, δεν με λυπάσαι, πάω να απλώσω τα ρούχα τώρα και προχωράει.
Ηρακλής: Μα τι είναι αυτό εκεί κάτω; Σταματήσει το σηκώνει και το κοιτάζει. Ένα ξυστό πως το λένε τώρα σκρατς κάπως έτσι, μήπως έχω πάρει και κανένα. Μα δεν το έχει ξύσει κανείς, για να το ξύσω κάπου έχω ένα κέρμα και το ξύνει.
Ηρακλής: Δεν είναι δυνατόν αποκλείεται μου υφαίνετε πως κέρδισα! Για να το δω πάλι ναι κέρδισα 500.000 ευρώ! Μπα δεν μπορεί λάθος θα έκανα, σίγουρα λάθος είναι. Όχι κέρδισα να το λέει αν βρεις τρία ίδια κερδίζεις το ποσό. Γιούπι είμαι πλούσιος, είμαι πλούσιος θα αλλάξει η ζωή μου από δω και πέρα. Να πιω, να πιω να γλεντήσω. Κάπου εδώ έχω ένα μπουκάλι κρασί και ένα τσιγάρο να ανάψω. Ναι να πιω αλλά πρώτα να το κρύψω, να το κρύψω να μην το βρει κανείς. Κανείς είπα, κανείς. Τώρα θα φάει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι και το κουνούπι ατσάλι είπα. Τώρα θα δουν τι είναι ο Ηρακλής, τώρα θα δουν γιατί με λένε Ηρακλή και λέγοντας αυτά φεύγει από την σκηνή.
Τέλος σκηνής, σβήσιμο φώτων, κατέβασμα αυλαίας.
Σκηνή δεύτερη.
Είναι ο Ηρακλής με ένα μπουκάλι κρασί στο χέρι, είναι μεθυσμένος στον καναπέ και τραγουδάει το: θα τα κάψω τα ρημαδιά τα λεφτά μου και μπαίνουν μέσα η Κλυταιμήστρα η Δαλιδά και η Αφροδίτη.
Κλυταιμήστρα: Ορίστε χάλια, τραγουδάει ο τενόρος.
Αφροδίτη: Γιατί καλέ γιαγιά καλή φωνή έχει ο πατέρας.
Δαλιδά: Πάψε εσύ μικρή, τι χάλια είναι αυτά Ηρακλή;
Ηρακλής: Θα τα κάψω τα ρημαδιά τα λεφτά μου για να δω αν την καρδιά μου…
Κλυταιμήστρα: Πάψε βρε γρουσούζη, μεθύστακα, γάιδαρε.
Ηρακλής: Τι θέλει η πεθερούλα μου, η αγαπητή μου πεθερούλα! Σηκώνετε επάνω την αγκαλιάζει με το ένα χέρι και της δίνει ένα φιλί στο μάγουλο.
Κλυταιμήστρα: Φύγε μπεκρούλιακα βρωμοκοπάς κρασί, φύγε σιχαμένε.
Αφροδίτη: Ο μπαμπάς μέθυσε και γελάει.
Δαλιδά: Τι χάλια είναι αυτά Ηρακλή;
Ηρακλής: Μανάρι μου την αγκαλιάζει και την φιλάει και αυτή. Κοριτσάρα μου λέει και μετά της ρίχνει και μια στα πισινά λέγοντας: τι κορμί φιδίσιο κυπαρισσένιο που έχεις.
Δαλιδά: Δεν ντρέπεσαι βρε μπροστά στο παιδί παλιό γάιδαρε, να φόρεσε έτσι στην μάνα των παιδιών σου;
Κλυταιμήστρα: Αφού είναι γαϊδούρι τι το ψάχνεις, έχουν ντροπή τα κτήνη;
Ηρακλής: Έχουν μεγάλα πόδια και ρίχνουν κάτι κλωτσιές, μα κάτι κλωτσιές! Το ακούς πεθερούλα μου το ακούς; Άντε πήγαινε σπίτι σου τώρα αμέσως, τώρα αμέσως είπα! Μπρος γρήγορα άντε τσακίσου είπα! Μίλησα ε! Τώρα!
Δαλιδά: Πως μιλάς έτσι στην μητέρα μου;
Ηρακλής τραγουδάει: Άντρας είμαι και θα πω και μια κουβέντα παραπάνω, μανάρι μου λέει στην Δαλιδά και της ρίχνει μια στα πισινά.
Αφροδίτη γελάει: Αγρίεψε ο πατέρας βλέπω.
Ηρακλής: Αν αγρίεψα λέει; Ηρακλή με λένε φέρτε μου γάτες, όχι γάτες αλλά λερναίες ύδρες να της σκίσω στα δυο! Μωρέ στα δυο και πλησιάζει την πεθερά του. Στα δυο είπα και κάνει την χαρακτηριστική κίνηση και συνεχίζει: φέρτε το ρόπαλο μου να της σπάσω το κεφάλι.
Δαλιδά: Μητέρα καλύτερα φύγε. Φύγε σε παρακαλώ, μην τα βάζεις με τρελό και μεθυσμένο δεν λένε.
Κλυταιμήστρα: Τι να σου κάνω μωρέ θα φύγω αλλά θα τα πούμε αύριο, τότε θα δεις τι θα πάθεις και προχωράει για να φύγει.
Ηρακλής: Καληνύχτα πεθερούλα μου καληνύχτα και μην μου έρχεσαι συχνά, να σε χάσουμε και λίγο που όλο μέσα στα πόδια μας γυρίζεις. Όλο μέσα στα πόδια μας είσαι είπα, τζους δρόμο και εσύ μικρή μέσα έχω να πω κάτι στην μητέρα σου. Μπρος γρήγορα είπα μέσα.
Αφροδίτη γελάει λέγοντας: Δεν το ήξερα ότι έχω τόσο σκληρό μπαμπά.
Ηρακλής: Μέσα μικρή και πρόσεξε γιατί θα σου βγάλω το τσουλούφι και εσένα και του Άρη που σε περί τριγυρίζει τελευταία άκουσες; Ελπίζω και μην με ξανά πεις μπαμπά, πατέρα θα με λες γιατί προβλέπω να βάλεις περούκα, μαλλί δεν θα σου αφήσω από το πολύ τράβηγμα.
Αφροδίτη: Άκουσα πατέρα άκουσα, και φεύγοντας για μέσα λέει: Βρε πως αγρίεψε αυτός έτσι άντρας αληθινός έγινε, άντρας αληθινός!
Δαλιδά: Τώρα τι να σου και εσένα μικρή αλλά θα τα πούμε εμείς, θα τα πούμε που μου σήκωσες παντιέρα εδώ μέσα.
Ηρακλής: Και βέβαια θα τα πούμε οι δυο μας κυρία μου, θα τα πούμε και στο κρεβάτι και εδώ και την αρπάζει από το μαλλί.
Δαλιδά: Μη το μαλλί μου με πονάς, μη Ηρακλή, όχι! Έλα μην γίνεσαι σκληρός τώρα αγαπούλη, έλα που σε αγαπάω εγώ και τον χαϊδεύει.
Ηρακλής: Ναι τα ξέρω σε αγαπάω σήμερα, σε βάζω μέσα στο φουστάνι μου αύριο, παρακάτω μεθαύριο. Χαλί να σε πατάω και να σε πατάω και μην τολμήσεις και μου φέρεις αντίρρηση γιατί κάηκες κακομοίρα μου. Την αφήνει από τα μαλλιά και της δίνει μια στα πισινά λέγοντας: Μπρος μέσα γρήγορα στην κρεβατοκάμαρα μας και γδύσου γρήγορα. Γρήγορα είπα αλλιώς σε βλέπω να αγοράζεις περούκα αύριο γιατί δεν θα αφήσω τούφα από το μαλλί σου, ούτε μια τούφα είπα.
Δαλιδά: Καλά αγαπούλη μου, σκληρέ μου άντρα εσύ, καμάρι του σπίτι μου, παιδαρά μου! Πάω μέσα και μην αργήσεις! Πρόσεξε μην αργήσεις γιατί αναμμένη θα είμαι και θα σε περιμένω! Αναμμένη την μηχανή μου θα την βάλω στο φουλ και λέγοντας αυτό φεύγει από την σκηνή.
Ηρακλής: Ζέστανε εσύ την μηχανή σου και θα έρθω να της βάλω και πετρέλαιο, μπόλικο πετρέλαιο είπα, μπόλικο και όχι νερό βρύσης! Μπόλικο πετρέλαιο είπα και όχι νερό βρύσης. Αμ πως, αμ πως! Τώρα που πήρα φόρα δεν με σταματάει τίποτα, δεν με σταματάει τίποτα! Αμ πως, αμ πως λέει και φεύγει και αυτός από την σκηνή.
Τέλος σκηνής, σβήσιμο φώτων, κατέβασμα αυλαίας.
Σκηνή Τρίτη.
Ηρακλής: Έτσι που λες Δημητρό είναι τα πράγματα και στα λέω γιατί εσύ είσαι φίλος.
Δημητρός: Ώστε έτσι λοιπόν κέρδισες το ξυστό και έκανες την επανάσταση σου. Με πήρανε τηλέφωνο και μου κάνανε παράπονα για εσένα και ο πεθερός σου και η πεθερά σου. Να του βάλεις μυαλό μου είπανε και όπως κατάλαβα πιέσανε και την γυναίκα σου να μου μιλήσει, μου την έδωσε η πεθερά σου στο τηλέφωνο και της φώναζε τι θα πει.
Ηρακλής: Έτσι είναι φίλε μου αλλά που στο καλό το έβαλα το ξυστό; Εδώ έφαγα τον κόσμο, έψαξα όλο το σπίτι μα δεν το βρήκα.
Δημητρός: Στα ρούχα που φόραγες κοίταξες.
Ηρακλής: Ωχ μην μου λες τέτοια γιατί τα έβγαλα άπλυτα, λες να τα έβαλε στο πλυντήριο η Δαλιδά και να τα έπλυνε; Ωχ θεέ μου όχι!
Δημητρός: Δεν πας καλύτερα να δεις και μετά γκρινιάζεις.
Ηρακλής: Ναι να πάω, να πάω στο καλάθι με τα άπλυτα λέει και φεύγει από την σκηνή και ο Δημητρός μονολογεί.
Δημητρός: Κοίτα να δεις φίλε μου που όλο αυτό μου έλεγε ο Ηρακλής κι τελικά έγινε και στην πραγματικότητα. Η μεγάλη πλάκα είναι πως όχι μόνο πήρε τα επάνω του και έκανε την επανάσταση του, αλλά φοβήθηκαν και οι κέρβεροι από πάνω που του είχαν βγάλει το λάδι τόσα χρόνια.
Ακούγονται μπαμ μπουμ από μέσα και ο Ηρακλής λέει: το βρήκα, το βρήκα επιτέλους, το βρήκα Δημητρό.
Δημητρός: Άντε έλα μέσα τυχεράκια ε τυχεράκια! Ακούς φίλε μου βρήκε κάτω στο πάτωμα μέσα στο σπίτι του το ξυστό, το έξυσε, κέρδισε αλλά ποιος το έχασε;
Ηρακλής: Το βρήκα Δημητρό, να δες το και εσύ και του το δίνει.
Δημητρός: Το κοιτάζει και μετά βάζει κάτι δυνατά γέλια.
Ηρακλής: Γιατί γελάς Δημητρό, λες να έκανα λάθος να μην κέρδισα; Ωχ όχι Θεέ μου όχι και πήγα και παρήγγειλα μηχανή. Πάει η προκαταβολή την έχασα και τα μάζευα τα χρήματα λεπτό, λεπτό στην τράπεζα που μου τα αφήνανε οι πελάτες, πάνε τα 600 ευρώ. Λέγε Δημητρό μην με κρατάς σε αγωνία τελικά κέρδισα ή όχι;
Δήμητρας: Όχι κέρδισες αλλά όχι όσα νομίζεις!
Ηρακλής: Δηλαδή;
Δημητρός: Για κόψε κάτι.
Ηρακλής: Να κόψω ένα μηδενικό 50.000 ευρώ;
Δημητρός: Για κόψε κάτι παραπάνω.
Ηρακλής: Λέγε Δημητρό και μην με παιδεύεις .
Δημητρός: Πόσο κάνει η μηχανή;
Ηρακλής: 4.300 ευρώ.
Δημητρός: Εντάξει την μηχανή την αγοράζεις άνετα..
Ηρακλής: Θα με σκάσεις βρε Δημητρό, πες μου την αλήθεια τελικά κέρδισα ή όχι.
Δημητρός: Κέρδισες αλλά έκανες ένα μικρό λαθάκι! Να το έκανε κάποιος άλλος ναι, αλλά εσύ ένας ταμίας της τράπεζας με κοντά στα 30 χρόνια εμπειρία είναι ανεπίτρεπτο!
Ηρακλής: Δηλαδή;
Δημητρός: Δεν είδες την υποδιαστολή στο τέλος μετά τα δυο μηδενικά να δες.
Ηρακλής: Μα δεν έχει υποδιαστολή με κοροϊδεύεις Δημητρό;
Δημητρός: Αφού δεν είδες ότι κέρδισες 5.000 ευρώ; Καλά δεν το είδες που είναι το αστεράκι που δείχνει ότι κερδίζεις; Τι να σου πω και εγώ που το έχεις το μυαλό σου, στο κεφάλι σου πάντως όχι.
Ηρακλής: Δηλαδή κέρδισα 5.000 ευρώ, να ναι καλά που δεν έκανα την κουταμάρα να πάρω την μεγάλη μηχανή.
Δημητρός: Βάλε και τον φόρο 20% 4.000 ευρώ κέρδισες.
Ηρακλής: Μόνο 4.000 ευρώ; Και απορεί!
Δημητρός: μην χολοσκάς Ηρακλή μια χαρά είναι και αυτά τα χρήματα, μια χαρά. Σήκωσες και το ανάστημα σου, μια χαρά όλα.
Ηρακλής: Ναι αλλά τσάμπα μάγκας έγινα που λένε! Εγώ υπολόγιζα πως θα έχω αυτά τα χρήματα για να φύγω από εδώ μέσα, να αγοράσω ένα σπίτι, να ησυχάσω, να ηρεμήσω. Να μην ακούω την γκρίνια τους εδώ μέσα, να τα ξανά βρω με την γυναίκα μου, να ήμαστε αγαπημένοι και να περνάμε καλά.
Δημητρός: Πάντως ότι και να γίνει μην κάνεις πίσω τώρα αυτή είναι η συμβουλή μου. Τώρα που τους πήρες τον αέρα μην το βάλεις κάτω φίλε, πάλεψε όσο μπορείς και προπαντός μην μάθουν πόσα χρήματα κέρδισες. Τσιμουδιά Ηρακλή, τσιμουδιά γιατί και εμένα θα με ρωτήσουν για αυτό το θέμα και θα κάνω τον κουτό.
Ηρακλής: Εντάξει Δημητρό αυτό θα κάνω θα το παλέψω και ότι βγει.
Ανοίγει η πόρτα και μπαίνουν μέσα η Κλυταιμήστρα και η Δαλιδά.
Δαλιδά: Καλησπέρα τα λένε τα φιλαράκια;
Δημητρός: Ναι τα λέμε Δαλιδά, όπως πάντα για εσάς λέμε για της γυναίκες μας που της αγαπάμε.
Κλυταιμήστρα: Ναι σκοτιστήκατε όλο πώς να της κοροϊδέψετε συζητάτε, αυτό σκεπτόσαστε, αγαπούλα μου χαρά μου και τέτοιες αηδίες. Αφού της κοροϊδεύετε μωρέ για να κάνετε την δουλειά σας.
Δαλιδά: Μητέρα!
Ηρακλής: Αγαπούλα εμείς με τον Δημητρό θα φύγουμε τώρα. Αφού η μητέρα σου έχει αντίθετη άποψη για να μην πάρω ανάποδες, θα πάμε να πιούμε μπύρες! Εξάλλου έχει και ματς η τηλεόραση ποδόσφαιρο, έτσι γλυκεία μου;
Δημητρός: Ναι θα πάμε, εξάλλου αυτό συζητούσαμε πριν για την μπάλα.
Δαλιδά: Καλά να πάτε και καλά να περάσετε.
Κλυταιμήστρα: Και από πότε εσύ σώγαμπρε ενδιαφέρεσαι για την μπάλα; Αφού δεν σου άρεσε, αφορμή ψάχνεις για να γυρίζεις μου φαίνεται.
Ηρακλής: Και η μπάλα μου αρέσει και μηχανή θα αγοράσω και τρέλες θα κάνω και αν σου αρέσει! Αν δεν σου αρέσει πεθερούλα μου να πας σπίτι σου. Στον αντρούλη σου που θα δει το ματς στο σπίτι και θα βάλει και την τηλεόραση στο τέρμα. Και την μπύρα του θα πιει και θα φωνάζει και εσύ θα θρονιαστείς όπως συνήθως σπίτι μου. Τα νεύρα θα μου σπας και θα μου λες για τον πεθερό μου και θα ζαλίζεις και την γυναίκα μου με της παραξενιές σου και της γκρίνιες σου. Γκρινιάρα ε γκρινιάρα.
Κλυταιμήστρα: Α παλιάνθρωπε τι είναι αυτά που λες; Αλλά σε κατάλαβα εγώ από την πρώτη στιγμή που μπήκες εδώ μέσα, ίδια η μάνα σου είσαι, έτσι έκανε και αυτή έτσι!
Ηρακλής: Με κατάλαβες μετά από 25 χρόνια γάμου, έξαλλου όλα αυτά μου λες δεν άκουσα και τίποτα καινούργιο. Αλλά μην ανησυχείς δεν θα πάρω μόνο την μηχανή, την γυναίκα μου θα παίρνω μαζί να πηγαίνουμε βόλτα όπως παλιά να ησυχάσει και αυτή από την γκρίνια σου εδώ μέσα.
Κλυταιμήστρα: Αν δεν θες να φύγεις από εδώ μέσα, να μαζέψεις τα μπογαλάκια σου, να πάρεις την καμπαρτίνα σου και δρόμο.
Δαλιδά: Μητέρα σας παρακαλώ μην το κάνουμε θέμα.
Ηρακλής: Πάμε Δημητρό να φύγουμε.
Δημητρός: Πάμε Ηρακλή καληνύχτα.
Κλυταιμήστρα: Μαύρη νύχτα να σας βρει, να βρέχει και να είναι σκοτεινή!
Ηρακλής: Έξω από εδώ να ησυχάσει από την γκρίνια το μυαλό, λέει και φεύγει με τον Δημητρό.
Κλυταιμήστρα: Τι να σου κάνω μωρέ θα σε φτιάξω εγώ σώγαμπρε, δεν θα γυρίσεις πίσω θα δεις τι θα πάθεις. Τι έλεγε ο αχαΐρευτος θα αγοράσει μηχανή; Με τι λεφτά, δεκάρα δεν έχει στην τσέπη του. Όλα στα ακουμπάει μέχρι τελευταίας δεκάρας ο ηλίθιος ο μπουνταλάς. Λες να κέρδισε χρήματα από το λόττο που παίζει καμιά φορά;
Δαλιδά: Ξέρω και εγώ μητέρα;
Κλυταιμήστρα: Να μάθεις άκουσες; Να τον ψαρέψεις για να του φάμε τα λεφτά, έξαλλου τα αδέρφια σου έχουν ανάγκη να τους δώσει χρήματα άκουσες; Να του κάτσεις στο κρεβάτι, να του κάνεις και κανένα κόλπο, να τον γλυκάνεις! Να τον χαϊδεύεις, να του λες ότι τον αγαπάς, να τα μάθεις όλα. Να μην του αφήσουμε δεκάρα άκουσες; Άντε φεύγω τώρα να βάλω φαγητό του πατέρα σου να φάει και κάνε αυτό που σου είπα.
Δαλιδά: Καλά μητέρα καλά.
Κλυταιμήστρα: Άσε τα καλά και ξύπνα, ξύπνα είπα!
Δαλιδά: Γιατί τώρα κοιμάμαι;
Κλυταιμήστρα: Με τα τσαρούχια! Όχι και να μας κάνει ότι θέλει ο πονηρό βλάχος εδώ μέσα.
Δαλιδά: Δεν νομίζω πως αυτός κάνει ότι θέλει μητέρα.
Κλυταιμήστρα: Φεύγω και θα γυρίσω, να σε αρπάξω από το μαλλί που μου σήκωσες παντιέρα εδώ μέσα και μου υψώνεις και την φωνή και φεύγει.
Δαλιδά: Άσε μας μητέρα, άσε μας πια. Άσε μας στην ησυχία μας, στην ησυχία μας είπα γιατί δεν αντέχω άλλο εδώ μέσα. Δεν αντέχω άλλο εδώ μέσα, αμάν πια αμάν!
Σβήσιμο φώτων, κατέβασμα αυλαίας, τέλος σκηνής.
Τέταρτη σκηνή.
Κλυταιμήστρα: Ακούς τι σου λέω γαμπρέ, μην μου κάνεις τον κουτό εμένα εδώ μέσα; Τα παιδιά έχουν ανάγκη, έχουν ανάγκη είπα.
Ηρακλής: Έχουν πατέρα και μητέρα έτσι δεν είναι;
Κλυταιμήστρα: Άσε τα σάπια γαμπρέ λεφτά κέρδισες, θα τα αφήσεις έτσι παραπονούμενα; Να τα βοηθήσεις, να τα βοηθήσεις είπα.
Ηρακλής: Όπως με βοήθησαν και αυτοί ή τα ξέχασες βλέπω τα χαΐρια τους. Ο μεγάλος να πάμε στης ελιές του, να τον βοηθήσουμε, να τον ταΐσουμε, να τον ποτίσουμε, να τον βγάλουμε έξω στης γιορτές μας και ούτε έναν καφέ δεν μας έχει κεράσει τόσα χρόνια.
Δαλιδά: Νομίζω μητέρα.
Κλυταιμήστρα: Σκάσε και εσύ μπούφο, τα αδέρφια σου έχουν ανάγκη.
Ηρακλής: Άμα έχουν ανάγκη να πουλήσει ο πεθερός μου το μεγάλο κτήμα να τους βοηθήσει.
Κλυταιμήστρα: Δεν θα μας πεις εσύ εδώ μέσα τι θα κάνει ο πεθερός σου, άκουσες; Εσύ να κόψεις τον λαιμό σου να τα βοηθήσεις.
Ηρακλής: Γιατί δεν τα έχω βοηθήσει, τόσα χρόνια αυτό δεν κάνω; Ξεχνάς το πόσες φορές τους έχω βγάλει έξω και στην γιορτή μου και στην γιορτή της Δαλιδάς. Αυτοί από πότε έχουν να με καλέσουν όχι έξω αλλά έστω στο σπίτι τους; Άσε πια της ελιές όλο εγώ τρέχω για όλους και όταν έρθει η ώρα να πάμε τα γεμάτα τσουβάλια με ελιές στο αυτοκίνητο κάνουν όλοι τα κορόιδα, όλο εγώ τα κουβαλάω!
Κλυταιμήστρα: Κάνε το καλό και ρίχτω στο γιαλό δεν λένε. Σιγά μωρέ πήγες και εσύ μια φορά να τους βοηθήσεις και το κάνεις θέμα! Όλο τα μετράς τα πράγματα, πόσο βοήθησες εσύ και πόσο σε βοήθησαν αυτοί
Δαλιδά: Νομίζω μητέρα πως οι Ηρακλής έχει δίκιο σε αυτό το θέμα. Στο χωράφι που είναι στο πουθενά και είναι όλο κόντρα ανηφόρα. Είναι μακριά από 100 έως και 300 μέτρα απόσταση από το αυτοκίνητο, όλο ο Ηρακλής τα κουβαλάει τα τσουβάλια!
Κλυταιμήστρα: Πάψε και εσύ πια να τους βοηθήσει έχει υποχρέωση.
Ηρακλής: Ώστε έχω υποχρέωση μόνο εγώ αυτοί όμως όχι.
Κλυταιμήστρα: Πάψε γρουσούζη γαμπρέ πάψε! Ναι έχεις υποχρέωση να κόψεις τον λαιμό σου να τους βοηθήσεις.
Ηρακλής: Όσο με βοήθησαν και αυτοί θα τους βοηθήσω και εγώ το κατάλαβες πεθερούλα μου; Και δίνε του τώρα γιατί θα πάω βόλτα με την γυναίκα μου. Ανοίγει ένα συρτάρι και βγάζει από μέσα ένα κράνος.
Δαλιδά: Τι είναι αυτό Ηρακλή;
Κλυταιμήστρα: Κράνος για μην του σπάσουμε το κεφάλι το αγόρασε ο ξεροκέφαλος άνθρωπος. Μωρέ θα στο σπάσω εγώ το κεφάλι σου για να μάθεις.
Δαλιδά: Μητέρα νομίζω πως παραφέρεστε, δεν απάντησες Ηρακλή.
Ηρακλής: Πάει μέσα και γυρίζει με ένα μπουφάν χοντρό δερμάτινο μηχανής. Θα πάω βόλτα με την μηχανή μου. Θα έρθεις μαζί αγαπούλα ή θα κάτσεις εδώ να σε ζαλίζει η μάνα σου;
Κλυταιμήστρα: Τι; Ώστε πήρες μηχανή άχρηστο πλάσμα και μας το κρύβεις; Να δει τα χάλια σου η γυναίκα σου. Ορίστε ένας καμικάζι στα γεράματα, σαν δεν ντρέπεσαι λίγο.
Δαλιδά: Πήρες μηχανή Ηρακλή;
Ηρακλής: Ναι ομορφιά μου, θα πάμε βόλτα η όχι; Αν δεν θες φεύγω μόνος μου.
Δαλιδά: Να πάμε Ηρακλή, να πάμε! Να ξεσκάσουμε και λίγο από εδώ μέσα, να ξεσκάσουμε να ηρεμήσουμε.
Κλυταιμήστρα: Δαλιδά δεν έχεις να πας πουθενά με τον πουρόγερο! Άκου θράσος να βάλει την κόρη μου σε μηχανή. Να σε ξεπαγιάσει θέλει να αρρωστήσεις, ούτε μπουφάν χοντρό έχεις, ούτε κράνος. Να σε ρίξει σε καμιά στροφή να σε ξεφορτωθεί για αυτό το κάνει, μην είσαι κουτή κόρη μου ξύπνα! Ξύπνα σου λέω και την σκουντάει.
Δαλιδά: Μητέρα τι είναι αυτά που λέτε;
Κλυταιμήστρα: Μωρέ δίκιο έχει ο πατέρας σου με τον αχαΐρευτο που πήραμε εδώ μέσα.
Ηρακλής: Πάψε γρουσούζα, πάμε καρδιά μου;
Δαλιδά: Πάμε Ηρακλή να πάρω το μπουφάν μου
Κλυταιμήστρα: Θα κάτσεις εδώ να μου κάνεις παρέα άκουσες;
Δαλιδά: Όχι δεν θα κάτσω θα φύγω. Θέλω να πάω μια βόλτα, θέλω να ξεσκάσω με τον άντρα μου.
Ενώ λέγονται αυτά ο Ηρακλής έχει φορέσει το μπουφάν και κρατάει το κράνος στα χέρια του.
Κλυταιμήστρα: Μωρέ σιγά τον άντρα! Να βάλει και το κράνος, ένα γαϊδούρι με σέλα θα είναι επάνω στην μηχανή.
Ηρακλής: Πάμε ομορφιά μου πάμε και άσε την μητέρα σου να γκρινιάζει, αυτό δεν κάνει κάθε μέρα; Περίμενε να σου φέρω και τα δικά σου μην μου κρυώσεις λέει και φεύγει.
Κλυταιμήστρα: Που θα μου πεις έμενα γαμπρέ πως γκρινιάζω κιόλας παλιό γρουσούζη έ παλιό γρουσούζη!
Δαλιδά: Ε λιγάκι μητέρα νομίζω πως γκρινιάζετε.
Κλυταιμήστρα: Τι είπες μωρή που έχω δώσει εδώ μέσα τα νιάτα μου. Που σε βοηθούσα που σου κράταγα το παιδί όταν δούλευες.
Ο Ηρακλής γυρίζει με ένα μπουφάν και ένα κράνος: Έλα νοστιμούλη φόρεσε τα, αυτά τα πήρα για σένα.
Δαλιδά: Για μένα Ηρακλή;
Κλυταιμήστρα: Ναι ρωτάει κιόλας το βόδι, από την λαϊκή τα αγόρασε, καταξοδεύτηκε.
Δαλιδά: Μητέρα πάψτε επιτέλους! Ηρακλή πως θα βγω έτσι, να αλλάξω ρούχα, να βάλω ένα άλλο παντελόνι.
Ηρακλής: Τι έχει μάτια μου το τζιν σου μια χαρά σου πάει και το χοντρό σου πουλόβερ φοράς. Μια χαρά είσαι κορίτσαρος!
Κλυταιμήστρα: Ναι μια χαρά και δυο τρομάρες! Να δω πως θα ανέβεις στην μηχανή, μισή μερίδα είσαι το ξέχασες; Ένα πενήντα με τα χέρια στην ανάταση.
Δαλιδά: Μητέρα σας παρακαλώ, μια χαρά είναι το μπόι μου
Ηρακλής: Και το κορμί σου κοριτσάρα μου ομορφιά μου, είναι λαχταριστό.
Δαλιδά: Ναι Ηρακλή;
Ηρακλής: Ναι φυσάς μανάρι μου.
Κλυταιμήστρα: Ναι σε παίρνει ο άνεμος από τα πολλά κιλά που έχεις. Που δεν σε ταΐζει και του πουλιού το γάλα ο σπαγκοραμμένος, ο τσιφούτης, ο δεκαρολόγος!
Ηρακλής: Κάτι για τον πεθερό μου άκουσα, όλο αυτό δεν λες όλη μέρα και μας έχεις ζαλίσει; Που δεν ανάβει το καλοριφέρ και έχεις ξεπαγιάσει επάνω και όλο εδώ στο σπίτι μου την βγάζεις για να ζεσταθείς με τον σπαγκοραμμένο!
Κλυταιμήστρα: Που θα μου πεις εσύ για τον άντρα μου που ήρθες εδώ μέσα από τα γκράβαλα και σε κάναμε άνθρωπο.
Ηρακλής: Γιατί τα ίδια δεν κάνει και το καλοκαίρι. Δεν ανοίγει το αιρκοντίσιον για να μην πληρώσει ρεύμα και έρχεσαι και δροσίζεσαι στο δικό μου. Όλη μέρα εδώ μέσα την βγάζεις.
Κλυταιμήστρα: Που θα μου πεις και που κάθομαι, δικό μου σπίτι είναι ότι θέλω κάνω. Να πας στο δικό σου ψωράλογο!
Ηρακλής: Ναι θέλατε να μου βάλετε καπίστρι και φίμωτρο για να κάνετε ότι θέλετε αλλά δεν έκανα πίσω. Πάμε γυναικάρα μου, να χαρούμε τα νιάτα μας και την ομορφιά μας!
Δαλιδά: Nαι πάμε να χαρούμε, να χορέψουμε, να τραγουδήσουμε.
Κλυταιμήστρα: Ναι μωρέ η μπαλαρίνα και ο τενόρος! Δεν ξέρετε πως περάσατε τα πενήντα σας χρόνια;
Ηρακλής: Ε και μετά τα πενήντα αρχίζει η ζωή! Έλα πάμε βάλε της χοντρές μπότες σου και φύγαμε. Ενώ την βοηθάει να φορέσει το μπουφάν. Μια χαρά σου είναι και εγώ μπότες φοράω, να πάρω και τα γάντια και φύγαμε!
Δαλιδά: Ναι πάμε. Φοράει της μπότες και λέει: έχω να σας φορέσω δεν ξέρω και εγώ πόσο.
Ηρακλής: Τρία χρόνια Δαλιδά γιατί στης αγόρασα εγώ με τα μεγάλα κρύα τότε που δούλευες και δεν της ήθελε η μάνα σου. Όλο να της πετάξεις στα σκουπίδια σου έλεγε.
Κλυταιμήστρα: Ναι σαν παπουτσωμένο γατί είσαι με αυτές. Βάλε και έναν φιόγκο κορόιδο, ε κορόιδο.
Δαλιδά: Πάμε ομορφούλη, πάμε γιατί δεν αντέχω άλλο εδώ μέσα, δεν αντέχω πια.
Ηρακλής: Πάμε λέει και ανοίγει την πόρτα, οι κυρίες προηγούνται!
Δαλιδά: Πάντα ιππότης και τον χαϊδεύει στο μάγουλο.
Κλυταιμήστρα: Ναι ο ιππότης της τρύπιας δεκάρας, από αυτές που μας έφερε εδώ μέσα όταν σε πήρε.
Ηρακλής: Μωρέ δεκάρα, δεκάρα που θα πάει θα τα μαζέψω τα λεφτά και θα το πάρω το ρόπαλο μου και τότε να δεις, τότε να δεις τι θα γίνει! Κάτι καρούμπαλα να δεις να τόσα μεγάλα και πλησιάζει την πεθερά του και της δείχνει το κεφάλι. Τόσο μεγάλα που θα βάλεις περούκα για να τα καλύψεις, μωρέ περούκα σου λέω!
Κλυταιμήστρα: Ηρακλή!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
Τέλος σκηνής, σβήσιμο φώτων, κατέβασμα αυλαίας.
Σκηνή Πέμπτη είναι ο Ηρακλής και η Δαλιδά στο σαλόνι και συζητάνε.
Δαλιδά: Έτρεχες Ηρακλή, έτρεχες πολύ με την μηχανή και φοβούμουνα, με 200 πήγαινες.
Ηρακλής: Δεν έτρεχα με 200 καρδιά σου φάνηκε, δεν περάσαμε ωραία εχθές;
Δαλιδά: Δεν λέω αντρούλη μου καλά περάσαμε και μετά ήσουν στο κρεβάτι πραγματικός Ηρακλής όπως παλιά. Χρόνια είχαμε να το κάνουμε έτσι, αλλά έτρεχες με την μηχανή και φοβήθηκα. Δεν θα ξανά ανεβώ επάνω.
Ηρακλής: Ματιά μου γλυκά και αγαπημένα δεν πήγα με 200, μέχρι 120 χιλιόμετρα πήγα.
Δαλιδά: Λίγα είναι Ηρακλή τα 120 χιλιόμετρα μέσα στην πόλη;
Ηρακλής: Έχεις δίκιο φως μου, αλλά δεν μπόρεσα να κρατηθώ και το άνοιξα το γκάζι. Όσο σε έβλεπα να με σφίγγεις και να έχεις κολλήσει επάνω μου, μου άρεσε τόσο πολύ που είμαστε ένα όπως παλιά και δεν κρατήθηκα. Είχα υποσχεθεί να μην πάω παραπάνω από 80 χιλιόμετρα, σου υπόσχομαι πως δεν θα το ξανά κάνω.
Δαλιδά: Αλήθεια παιδαρά μου για αυτό ήσουν τόσο δυνατός μετά;
Ηρακλής: Ναι είχα την δύναμη μου στο τσεπάκι μου που λένε και γυρίζει στο κοινό και λέει: Ας είναι καλά το βιάγκρα ειδάλλως, εξάλλου το ξέρετε το ρητό άσπρα μαλλιά στην κεφαλή.
Δαλιδά συνεχίζει την κουβέντα: Δουλεύει ποιο γρήγορα το πούλι! Έτσι δεν είναι;
Ηρακλής: Έτσι είναι αλλά πολύ με στενοχώρησες χθες.
Δαλιδά: Εγώ μα τι έκανα;
Ηρακλής: Με τάραξες στης ερωτήσεις το κάναμε και εσύ εκεί ο νους σου! Αχ ναι αχ δεν μπορώ και μετά μου την αμόλαγες: Τα λεφτά Ηρακλή ναι τα λεφτά, κέρδισες το Λοτό! Όχι, όχι δεν μπορώ όχι! Πες, πες μου αχ και τσακ μου πέταγες την ερώτηση, αν κέρδισα λεφτά στο Λοτό και πως αγόρασα την μηχανή. Με ζάλισες! Δεν μπορώ να σε καταλάβω πραγματικά πως τα κατάφερνες; Να είμαστε γυμνοί στο κρεβάτι ο ένας επάνω στον άλλον, να είσαι επιθετική στο σεξ όσο ποτέ! Να έχεις τους οργασμούς της ζωής σου και να με ρωτάς;
Δαλιδά: Να ήθελα να μάθω Ηρακλή αγορίνα μου και τον χαϊδεύει, έλα για πες μου.
Ηρακλής: Και εγώ αυτό έλεγα να κερδίσω χρήματα, αλλά καλύτερα μωρέ
καλύτερα.
Δαλιδά: Δηλαδή τι εννοείς Ηρακλή.
Ηρακλής: Εννοώ πως είναι καλύτερα που δεν κέρδισα τα χρήματα και πως κάνεις κουταμάρες;
Δαλιδά: Εγώ κάνω κουταμάρες; Δεν μιλάς σωστά Ηρακλή.
Ηρακλής: Εγώ σωστά μίλησα έχουμε και παιδί το ξέχασες; Έχουμε και υποχρεώσεις;
Δαλιδά: Δεν το ξέχασα αλλά θέλω να μάθω.
Ηρακλής: Τι θες να μάθεις δηλαδή και μετά να το πεις στην μητέρα σου για να σου ζητάει τα χρήματα για τα αδέρφια σου; Να το μάθει και ο πατέρας σου να το πει μετά σε όλο του το σοι. Να σου κουβαληθούν όλοι εδώ μέσα και να σου λένε δώσε και σε εμάς κάτι; Δεν σε αγαπάμε, δεν σε συμπαθούμε. Δεν θέλουμε ούτε να σε βλέπουμε, αλλά τώρα θα έρθουμε σπίτι σου μπας και αρπάξουμε κάτι! Μωρέ καλυτέρα που δεν τα κέρδισα τα χρήματα και έχω το κεφάλι μου ήσυχο.
Δαλιδά: Δηλαδή είμαστε φτωχοί και εγώ έκανα όνειρα. Αλλά για στάσου πως αγόρασες την μηχανή και μην μου πεις ψέματα.
Ηρακλής: Δεν θα σου πω και το ξέρεις. Ένα ξυστό αγόρασα αντί για το Λοτό που έπαιζα και πήρα 5.000 ευρώ, μείον τον φόρο 4.000 ευρώ μου έμειναν. Είχα πάρει και μια αύξηση που στην κράτησα κρυφή τέσσερα χρόνια και της πενταροδεκάρες που μαζεύω από την τράπεζα που μου αφήνουν οι πελάτες τα χάλκινα. Πόσα νομίζεις που μου έμειναν 700 ευρώ για να πάμε διακοπές το καλοκαίρι οι δυο μας. Αυτά έχω κάπου τα έχω φυλάξει και 60 ευρώ ακόμα στο πορτοφόλι μου.
Δαλιδά: Μόνο Ηρακλή και εγώ έκανα όνειρα! Πολλά όνειρα, μα πάρα πολλά όνειρα! Να αγόραζα ένα μεγάλο σπίτι, να πήγαινα ταξίδια, να έπαιρνες ένα μεγάλο αυτοκίνητο ένα τζιπ που θες και εσύ.
Ηρακλής: Εγώ να δεις που θέλω να φύγω από εδώ μαζί σου. Να αγόραζα ένα άλλο σπίτι, να έφτιαχνα το σαράβαλο που έχω στο χωριό κληρονομήσει από την θεία μου για να πηγαίνουμε εξοχή μόνοι μας. Γιατί βαρέθηκα πραγματικά βαρέθηκα να μένω εδώ με την μάνα σου στα πόδια μας. Να πηγαίνω εξοχή πάλι στο εξοχικό του πεθερού μου που είναι διώροφο ναι μεν, αλλά η μάνα σου όλο μέσα στα πόδια μου βρίσκεται.
Δαλιδά: Σε παρακαλώ Ηρακλή μην λες έτσι για την μάνα μου.
Ηρακλής: Τότε να πω για τον πάτερα σου που δεν πήγαμε εφέτος το Πάσχα στο εξοχικό γιατί δεν θέλαμε βρε αδελφέ και εμείς και η μάνα σου. Γιατί όλο εκεί πάμε συνεχώς τόσα χρόνια, δεκαετίες ολόκληρες! Και του την έδωσε του πάτερα σου και άλλαξε της κλειδαριές στο εξοχικό για να μην μπορούμε να πάμε, τέτοια συμπεριφορά τι να πω πια; Να μην μπορούμε να πάμε, ούτε να πάμε για 5 μέρες το καλοκαίρι. Μα να μην έχει κλειδί ο γιος του, η γυναίκα του, τι να πω πια με αυτόν τον άνθρωπο; Ότι και να πω ξεπερνάει τα σύνορα της φαντασίας και της τρέλας.
Δαλιδά: Έχεις δίκιο Ηρακλή, αλλά ξέρεις στενοχωριέμαι με τον πάτερα μου και λυπάμαι την μάνα μου όπως της φέρεται. Που την βρίζει που της φωνάζει, που δεν θέλει να συνεννοηθεί, που δεν της δίνει χρήματα και δεν τον νοιάζει για τίποτα. Που θέλει να τρώει μεσημέρι βράδυ άλλο φαγητό και να μην αγοράζει ούτε τα απαραίτητα. Το πώς περνάει αυτή η γυναίκα, έλεος πια θεέ μου.
Ηρακλής: Ναι αλλά εμείς τα τραβάμε όλα εδώ μέσα τόσα χρόνια. Τα αδέρφια σου έχουν βγάλει την ουρά τους απέξω και δεν τους νοιάζει καθόλου. Σκοτίστηκαν για το πώς περνάει η μάνα τους. Μωρέ μπράβο τους ωραίοι άντρες είναι, παλληκάρια της φακής!
Δαλιδά: Δεν είναι όλοι σαν και εσένα Ηρακλή. Μόνο εσύ νοιάζεσαι και τα λες και τα πράττεις τόσα χρόνια εδώ μέσα. Το ίδιο λέει και η μάνα μου και στενοχωριέται με τόσα που ψωνίζεις, κάθε μέρα στο σούπερ μάρκετ πας. Εσύ δεν έτρεξες όταν αρρώστησε η μάνα μου τρεις φορές από το γόνατο της, από την μέση της, από το πόδι της! Που έμπαινε ο πατέρας μου μέσα στο σπίτι και δεν πήγαινε ούτε στο δωμάτιο της, πάρα μόνο της φώναξε απέξω δεν ψόφησες ακόμα μωρή;
Ηρακλής: Δεν τα ξέρω Δαλιδά τόσα χρόνια εδώ μέσα που δεν έχει αγοράσει της μάνας σου ούτε ένα φουστάνι. Που ήρθα εδώ γαμπρός και έλειπε από το πρωί μέχρι το βράδυ. Που του έβαζα αλοιφή για το πόδι του που τον πόναγε και με είχε ανάγκη. Μετά από μια ώρα που δεν πόναγε, άρχιζε να με βρίζει και έμενα και την μάνα σου. Αλλά ως εδώ αρκετά, δεν πάει άλλο Δαλιδά.
Δαλιδά: Ναι αλλά τι να κάνω και εγώ που όλα τα μαθαίνω και τα ακούω και στενοχωριέμαι;
Ηρακλής: Εσύ υποφέρεις από μικρό παιδί, όλα τους τα έχεις δώσει. Αρκετά πια αρκετά πια εδώ μέσα, να μην πω για τα λεφτά. Έτσι φτιάχνω και εγώ σπίτια και εξοχικά που έχει ο πατέρας σου να πάει να ψωνίζει σε σούπερ μάρκετ 25 χρόνια.
Δαλιδά: Δεν διαφωνώ αλλά τι να κάνω;
Ηρακλής: για μεγάλωσε Δαλιδά για μεγάλωσε. Ξύπνα επιτέλους, κάνε το σωστό. Προσευχή να κάνεις προσευχή για να φύγουμε επιτέλους από εδώ μέσα, να φύγουμε επιτέλους από εδώ μέσα. Να είμαστε μόνοι μας τα δυο μας. Τα δυο μας σου λέω, άντε μην σου σπάσω το κεφάλι με το ρόπαλο μου.
Δαλιδά: Ηρακλή έμενα;
Ηρακλής: Μωρέ αλλουνού πρέπει να του σπάσω το κεφάλι αλλά δεν θα μου γλυτώσει, που θα μου πάει δεν θα μου γλυτώσει σου λέω!
Τέλος σκηνής, σβήσιμο φώτων, κατέβασμα αυλαίας.
Σκηνή έξη είναι στο σαλόνι ο Ηρακλής και ψάχνει.
Ηρακλής: Μα που στο καλό το έβαλα αυτό το πράμα, μα να μην θυμάμαι, να μην θυμάμαι είπα. Έψαξα όλο το σπίτι μα τίποτα, βρε μα τίποτα. Άντε να το βρω μην γίνω ρεζίλι το βράδυ. Είναι και η Δαλιδά ασυγκράτητη δεν την θυμάμαι πότε έτσι, μα πότε έτσι. Μα που είναι το βιάγκρα που το έβαλα και ψάχνει.
Αριστομένης: Τι έγινε γαμπρέ; Ε! τι έγινε;
Ηρακλής: Μια καλησπέρα δεν μπορείς να πεις πρώτα.
Κλυταιμήστρα: Πάψε που σηκώνεις και φωνή στον πεθερό σου από πάνω.
Ηρακλής: Α για να σου πω πεθερά της συμβουλές σπίτι σου άκουσες! Και εσύ τι θέλεις πατέρα και φωνάζεις;
Αριστομένης: Α για να σου πω γαμπρέ εμένα σπίτι μου είναι και φωνάζω, σπίτι μου είναι και φωνάζω. Σπίτι μου είναι και κάνω ότι θέλω και ότι γουστάρω.
Ηρακλής: Ναι ε τότε να πας στο σπίτι σου να φωνάξεις. Να πας στο σπίτι σου να φωνάξεις μην πάρω ανάποδες, μην πάρω ανάποδες είπα!
Κλυταιμήστρα: Α για να σου πω σώγαμπρε.
Ηρακλής: Και εσύ γριά στρίγκλα σπίτι σου αμέσως είπα.
Κλυταιμήστρα: Παλιάνθρωπε που θα με πεις έτσι.
Ηρακλής: Βρε ουστ από εδώ, ουστ είπα
Αριστομένης: Καλά είπα εγώ να σε διώξω από την αρχή, κοίτα συμπεριφορά γυναίκα ο αχαΐρευτος μέσα στο σπίτι μας.
Κλυταιμήστρα: Ναι καλά στα λέει ο πεθερός σου σώγαμπρε, παλιό γρουσούζη που μου πήρες το κοριτσάκι μου και πως το κατάντησες.
Ηρακλής: Για την κόρη σου ξέρεις να λες, για μένα το πώς με καταντήσατε όχι, που πέσανε τα μαλλιά μου.
Αριστομένης: Αφού είσαι γρουσούζης για αυτό, για αυτό στραβούλιακα.
Ηρακλής: Ακόμα σε πειράζει που φοράω γυαλιά λες και δεν φοράει ο γιος σου. Αλλά δεν είναι αυτό που σου άρπαξα την κόρη, δεν το έχεις χωνέψει και ας πέρασαν 25 χρόνια από τότε.
Αριστομένης: Ναι ρε ναι γιατί είσαι ένας βλάκας και μισός.
Ηρακλής: Ναι ο άλλος σου ο εαυτός! Γεροπαράξενε.
Κλυταιμήστρα: α τι παλιάλογα λες σήμερα, ντροπή σου σώγαμπρε.
Ηρακλής: Βρε δρόμο, δρόμο είπα από εδώ μέσα.
Αριστομένης: Δώσε μου την εφημερίδα να φύγω, να μην βλέπω την μούρη σου.
Κλυταιμήστρα: Ναι δώσε την εφημερίδα του πεθερού σου.
Ηρακλής: Δεν αγόρασα και όποιος θέλει, εκεί είναι το περίπτερο να πάει να πάρει.
Αριστομένης: Βρε σπαγκοραμμένε ούτε εφημερίδα δεν αγόρασες;
Ηρακλής: Πάρε την σκουφιά σου και βάρα με που δεν έχεις αγοράσει ούτε μια εφημερίδα στην ζωή σου. Ούτε μια πορτοκαλάδα να πιει η πεθερά μου, ούτε ένα ρούχο να πάρεις στην γυναίκα σου.
Κλυταιμήστρα: Ναι αυτό είναι αλήθεια και..
Αριστομένη: πάψε μην βλαστημήσω πάψε σου είπα! Σκάσε, βούλωστο! Εσύ φταις μωρή, εσύ που μου τον κουβάλησες εδώ μέσα τον καραγκιόζη, τον στραβούλιακα, τον βλάκα.
Ηρακλής: Πες και άλλα για πες.
Αριστομένης: Ναι ρε θα πω ότι γουστάρω, σπίτι μου εξάλλου είναι εδώ μέσα κατάλαβες; Αλλά αυτή η κόρη μου τα φταίει όλα, αυτή η χαζή.
Ηρακλής: Ναι και εσύ είσαι αθώα περιστερά που έδιωξες εφτά γαμπρούς πριν από έμενα και ήθελες να διώξεις και έμενα! Άντε φύγε από δω μέσα ρε!
Κλυταιμήστρα; Όχι εφτά οκτώ γαμπρούς έδιωξε!
Αριστομένης: Εσύ φταις μωρή εσύ που του τα έχεις πει όλα! Εγώ δεν ήθελα κανέναν στο σπίτι μου, ούτε γαμπρό, ούτε κανέναν. Εγώ κάνω κουμάντο άκουσες! Εγώ!
Κλυταιμήστρα: γιατί θέλεις εμένα;
Αριστομένης: ναι ότι θέλω κάνω ότι γουστάρω, να σε αφήνω νηστική για να μάθεις. Σκάσε είπα μην βγάλεις λέξη γιατί θα βλαστημήσω.
Ηρακλής: Καλά την γυναίκα σου μπορεί να μην την αγαπάς, τα παιδιά σου όμως; Αυτό είναι κάτι που δεν το κατάλαβα πότε στην ζωή μου
Αριστομένης: Τα παιδιά μου; Τα παιδιά μου; Εγώ τα κανονίζω όλα, εγώ! Για αυτό δεν τους γράφω τα σπίτια και τα κτήματα και τους κάνω άνω κάτω και τους βάζω να τσακώνονται ο ένας με τον άλλον. Δικά μου δεν είναι, ότι θέλω κάνω! Αυτό κάνω κάθε βράδυ, αυτό σκέπτομαι τι θα κάνω την επόμενη μέρα, άκουσες; Εγώ είμαι το αφεντικό εγώ! Εγώ είπα μόνο εγώ!
Ηρακλής: Αφεντικό είναι μόνο ο Θεός και ο Χριστός είπε αγάπη σε όλους και καλοσύνη που πας και εκκλησία.
Κλυταιμήστρα: Καλά σου λέει ο γαμπρός σου.
Αριστομένης: σκάσε και εσύ και ο Θεός και όλοι σας! Ακούσατε ε με ακούσατε και αν πάω σου ψωνίσω μωρή θα δεις τι θα πάθεις! Να δω ποιος θα σε ταΐζει που όλα τα πιάτα τα έχεις κουβαλήσει κάτω, τι θα φάει ο γαμπρός ο τεμπέλης! Εγώ τα πληρώνω, εγώ!
Κλυταιμήστρα: Τι είναι δικό σου από αυτά που φάγαμε σήμερα, ε για πες μου; Μόνο το νερό όλο αυτός ψωνίζει. Από πότε έχεις να πας στο σούπερ μάρκετ;
Αριστόμενης: Έτσι γουστάρω, έτσι μου αρέσει. Αφού τον ήθελες τον γαμπρό ας κάτσει να σε ταΐζει, μπούφο ε μπούφο.
Ηρακλής: έχεις κάνει και κάτι σωστό στην ζωή σου;
Αριστομένης: εγώ όλα καλά τα κάνω, άκουσες ακαμάτη γαμπρέ!
Ηρακλής: ναι καλά που σου λέγαμε να μην αγοράσεις της ελιές στο πουθενά μιάμιση ώρα από το σπίτι, αλλά εσύ που να ακούσεις και αγόρασες και άλλες και άλλες και ακόμα περισσότερες. Μα στο πουθενά πηγές και της πήρες και έβαλες και αμπέλι και μετά μας λες μα δεν πάτε να της περιποιηθείτε. Μας λες και τεμπέληδες από πάνω, άντε να μην ανοίξω το στόμα μου.
Κλυταιμήστρα: ναι δίκιο έχει η Ηρακλής που δεν σου έφτανε ότι έκανες, πήγες και έφτιαξες και εκκλησία και δεν την δίνεις στο μοναστήρι να την λειτουργούν στην χάρη του Αι Γιώργη!
Αριστομένης: έτσι γουστάρω σιγά μην την δώσω στο μοναστήρι! Δικιά μου είναι ότι θέλω την κάνω, βάζω φωτιά και την καίω!
Ηρακλής: τώρα τι να πω.
Αριστομένης: ότι είσαι ένας τεμπέλης και άχρηστος αυτό να πεις!
Ηρακλής: ναι είμαι και άχρηστος που λες το βράδυ θα πάμε αύριο για ελιές να της μαζέψουμε και στέλνεις την πεθερά μου κάτω και της λες να κόψω τον λαιμό μου να έρθω να σε βοηθήσω. Αφού το ξέρεις πως για να πάρω άδεια από την τράπεζα αφού είμαι στο ταμείο, πρέπει να το πω πολλές ήμερες πριν για να κανονίσουν να με αντικαταστήσουν, αλλά εσύ που να το καταλάβεις αυτό. Μια φορά δεν μπόρεσα να έρθω, της άλλες φίλαγα κατουρημένες ποδιές για να μου δώσει ο διευθυντής μου την άδεια και άρχισες ο άχρηστος, ο ακάματης, ο τεμπέλης και με κατηγορούσες κιόλας στους γιους σου αλλά και έξω. Καλά εσύ όταν δούλευες έτσι έκανες; Έλεγες στον διευθυντή σου το βράδυ πως αύριο πάω για να μαζέψω της ελιές;
Αριστομένης: έτσι γουστάρω άμα σε αρέσει, αν δεν σου αρέσει πάρε το καπελάκι σου και φύγε από εδώ μέσα.
Ηρακλής: όχι δεν θα φύγω δεν θα σου κάνω την χάρη! Γιατί δεν σου φτάνει όσα κάνεις έφτασες και στο σημείο να με κατηγορείς και έξω, ακόμα και στους συναδέλφους μου και έμενα και την πεθερά μου, ακόμα και αυτό το λουλούδι την κόρη σου. Άμα δεν σε ξέραμε Ηρακλή με αυτά που μας είπε, δεν ξέρανε πώς να δικαιολογηθούν οι άνθρωποι.
Κλυταιμήστρα: ναι δεν είναι σωστό να λες ψέματα έξω.
Αριστομένης: ότι θέλω θα λέω, θα σε ξεφτιλίσω, θα σε κάνω σκουπίδι, θα σου δείξω εγώ γιατί δεν κάνεις αυτό που θέλω, όταν το θέλω και όταν γουστάρω! Και σκάσε και εσύ και αυτόν που μου τον κουβάλησες εδώ μέσα που μου σήκωσες παντιέρα. Καλά σε είχα εγώ από κάτω που χτύπησες το πόδι σου και πήγαινες με το Π και γέλαγα που πόναγε η μέση σου και γέλαγα! Δεν θα ψοφήσεις μωρή, θα σε εξοντώσω.
Κλυταιμήστρα: παλιάνθρωπε τι λες;
Ηρακλής: τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Για κάτσε πεθερέ για περίμενε μια στιγμή να πάρω το ρόπαλο μου (και ψάχνει) που το έβαλα, μα που το έκρυψε η Δαλιδά. Περίμενε και θα σου δείξω, περίμενε και θα σου κάνω το κεφάλι γεμάτο καρούμπαλα. Μωρέ θα στο γεμίσω το κεφάλι καρούμπαλα. Άμα δεν στο σπάσω εγώ το κεφάλι να μην με λένε Ηρακλή, μα να μην με λένε Ηρακλή. Γιατί σου αξίζει και με το παραπάνω και με το παραπάνω μωρέ σου λέω. Ρε ουστ έξω από το σπίτι μου, έξω είπα τώρα! Και σπρώχνει τον πεθερό του
Αριστομένης: όχι δεν φεύγω Ηρακλή!!!!!!!!!!!!!!
Ηρακλής: φύγε ρε! Φύγε γιατί θα φάει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι και το κουνούπι ατσάλι, θα στο σπάσω το κεφάλι! Μωρέ θα στο σπάσω γιατί δεν φτάνει που δεν έχεις μυαλό δεν έχεις και καρδιά, φύγε ρε! Και σηκώνει το χέρι του.
Αριστομένης: Ηρακληηηηηηηηηή!
Τέλος σκηνής, σβήσιμο φώτων, κατέβασμα αυλαίας.
Διακοπή για διάλειμμα.
Έβδομη σκηνή.
Είναι ο Ηρακλής στο σαλόνι και μονολογεί.
Ηρακλής: επιτέλους έφυγε! Επιτέλους θεέ μου δεν μπορώ άλλο, δεν αντέχω εδώ μέσα δεν μπορώ! Ναι λυπάμαι και την πεθερά μου και την βοηθάω 25 χρόνια αυτό κάνω αλλά νισάφι πια, έλεος δεν μπορώ άλλο. Τι κάνει ο πεθερός μου κάθε μέρα, την ίδια δουλειά να κάθετε με την γυναίκα μου και αυτό να συζητάνε. Έλεος πια, έλεος βοήθησε με Χριστέ μου και εσύ Παναγία μου, δικό σου παιδί είμαι σε παρακαλώ και κάνει τον σταυρό του.
Ηρακλής: ναι βοήθησε με τι σου ζήτησα ο καψερός; 120 χιλιάδες ευρώ σου ζήτησα, τα έχω υπολογίσει με την παραμικρή λεπτομέρεια. Τόσα ακριβώς μου λείπουν για να αγοράσω τα απαραίτητα για να φύγω από εδώ μέσα, να παντρέψω την κόρη μου και να μου μείνουν και 10 χιλιάδες στην άκρη για μια ανάγκη.
Ηρακλής τα λέει αυτά ενώ περπατάει και σταματάει: μα τι είναι αυτό; Μα δεν μπορεί και σκύβει να κοιτάξει καλύτερα και το σηκώνει ένα λαχείο. Ναι ένα λαχείο του πεθερού μου που παίρνει στην χάση και στην φέξη. Μια φορά το εξάμηνο και αν κερδίσει τον λήγοντα έχει καλώς, αν όχι πάλι μετά από έξη μήνες αγοράζει άλλο. Σιγά μην στο δώσω να το ψάχνεις, εδώ έχεις χάσει το μυαλό σου το λαχείο δεν θα έχανε! Ναι βρε γρουσούζη να ψάχνεις όλο το σπίτι και το αμάξι και την αποθήκη για να το βρεις, να μάθεις και το βάζει στην τσέπη.
Ηρακλής: να το κοιτάξω το λαχείο αν κέρδισε; Μπα σιγά μην κέρδισε ο γρουσούζης αν και σε αυτόν όλα καλά του πάνε μια ζωή. Άσε καλύτερα να μην κοιτάξω δεν πειράζει. Όχι θα κοιτάξω και να κερδίζει δεν πρόκειται να του το πω γιατί να το μάθει; Εξάλλου αν κέρδιζε το λαχείο δεν πρόκειται να μας έδινε ούτε πεντάρα, ούτε θα μας έβγαζε έξω να μας κεράσει ο σπαγκοραμμένος.
Ηρακλής: κάτσε να πάρω την εφημερίδα, μα που την έβαλα; Α εδώ είναι την πιάνει και την ανοίγει. Μάλιστα εδώ είμαστε κλήρωση λαϊκού λαχείου. Την έχω μάθει απέξω την σελίδα γιατί κάθε φορά έμενα βάζει να του διαβάζω τους αριθμούς, ούτε τα γυαλιά του δεν φέρνει για να βλέπει και δεν φτάνει αυτό. Όταν του λέω δεν κέρδισες πέταξε το στα σκουπίδια το λαχείο, δεν με πιστεύει και πάει στο λαχειοπώλη να του το πει και αυτός. Για βλάκα με έχεις γαμπρέ να μου πάρεις τα λεφτά, από μένα δεν έχεις να πάρεις ούτε μια πεντάρα. Για τέτοιο άνθρωπο μιλάμε. Η μεγαλύτερη αποθέωση είναι ότι μια τέταρτη δεν αγόρασα εφημερίδα και του έδωσα την παλιά και το λαχείο κέρδιζε τον λήγοντα και πήγε στον λαχειοπώλη και έγινε ο χαμός! Στο τέλος ήρθε στο σπίτι μου και απαιτούσε να του δώσω εγώ τα κέρδη και φώναζε και γκάριζε! Του έδωσε η γυναίκα μου 10 ευρώ γιατί δεν σταματούσε με τίποτα, όλο με γέλασες γαμπρέ έλεγε και τι δεν έλεγε!
Ηρακλής: για να δούμε και κοιτάξει το λαχείο 25378 μάλιστα πως το έπαθε και άλλαξε νούμερο αυτός όλο το 36257 Έπαιρνε για χρόνια. Τι με νοιάζει έμενα καλύτερα να μην ξέρει ούτε το νούμερο, για να δούμε το 25378 αν κερδίζει κάτι. Κοιτάζει ναι εδώ είναι. Πως! Τι! Φορολογείτε ! Δεν θα είδα καλά μισό λεπτό να ξανά κοιτάξω το λαχείο, ναι 25378 και φορολογείτε. Ωχ να κάτσω να κάτσω, πρέπει να κάτσω. Κάθετε και ανοίγει πάλι την εφημερίδα: Άντε τώρα να δούμε τι κερδίζει, ουφ ευτυχώς δεν κερδίζει τον πρώτο αριθμό, ούτε τον δεύτερο. Ευτυχώς γιατί θα είχα πρόβλημα με τόσα χρήματα, θα είχα τύψεις. Για να δούμε τελικά τη κερδίζει. Να εδώ είναι 150 χιλιάδες ευρώ μείον τον φόρο το 20%, 120 χιλιάδες ευρώ όσα χρειάζομαι ακριβώς. Όσα χρειάζομαι ούτε ένα ευρώ παραπάνω. Σε ευχαριστώ Θεέ μου σε ευχαριστώ! Τώρα θα δεις τι θα γίνει, τώρα θα δεις, μωρέ τώρα θα δεις.
Φυλάει το λαχείο και το βάζει στην τσέπη του.
Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει η πεθερά του και η γυναίκα του.
Δαλιδά: Ηρακλή τι συμβαίνει;
Ηρακλής: μια χαρά ομορφιά μου όλα καλά.
Κλυταιμήστρα: ναι ο ψεύτης τι έκανες του πεθερού σου, σαν δεν ντρέπεσαι λίγο.
Δαλιδά: τι έκανες Ηρακλή;
Κλυταιμήστρα: δεν του έδωσε την εφημερίδα για να δει ο άνθρωπος αν κέρδισε το λαχείο και του φώναζε και από πάνω σαν δεν ντρέπεσαι βρε γάιδαρε. Που από την στενοχώρια του ο άνθρωπος δεν ξέρει που έβαλε το λαχείο.
Ηρακλής: θέλει την εφημερίδα η πεθερούλα μου να στην δώσω. Ορίστε να του την πας, αν και το κοίταξα το λαχείο δεν κέρδισε τίποτα.
Κλυταιμήστρα: και εσύ που το ξέρεις;
Ηρακλής: για κάτσε μια ζωή το ίδιο νούμερο δεν αγοράζει το 36257, δεν λέει όλο στο εφτά που είναι όλα τα λεφτά που είναι γούρικο δεν θυμάσαι;
Δαλιδά: ναι μητέρα αφού το ξέρω και εγώ όλο το 36257 αγοράζει. Αφού μου λέει και έμενα κοίταξε και εσύ κόρη γιατί ο γαμπρός πονηρός είναι μπορεί να μας γελάσει.
Κλυταιμήστρα: ναι τρομάρα του ο μπούφος κάνε γαμπρό να δεις καλό. Βλάκα τον ανεβάζει μπούφο τον κατεβάζει ο πατέρας σου. Για δώσε εσύ την εφημερίδα να του την πάω επάνω γιατί θα με ζαλίσει με το λαχείο, θα με βάλει να ψάχνω όλο το σπίτι.
Ηρακλής: σαν την άλλη φορά που δεν αγόρασε και έλεγε πως του το κλέψαμε και διάφορες βλακείες. Βρε του λέω να στο κλέψω γιατί αφού δεν κέρδισε. Και που το ξέρεις εσύ γαμπρέ; Μα το ίδιο νούμερο δεν αγοράζεις συνέχεια το 36257 ρώτα και την Δαλιδά να σου πει.
Δαλιδά: ναι πάτερα δίκιο έχει ο Ηρακλής αλλά που να ακούσει αυτός. Στον λαχειοπώλη πήγε και έλεγε πως δεν του έδωσε το λαχείο και διάφορες μπούρδες και μας έκανε ρεζίλι.
Κλυταιμήστρα: ναι το θυμάμαι. Λες να μην αγόρασε και να μας αναστατώσει χωρίς λόγο, έτσι για να βρει αφορμή να φωνάξει; Όχι πάλι Θεέ μου, όχι πάλι δεν μπορώ να ακούω της φωνές του. Όχι πάλι δώσε μου την εφημερίδα και φεύγει λέγοντας όχι πάλι ωχ Θεέ μου. Όχι πάλι Θεέ μου, οχιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι!
Τέλος σκηνής, Σβήσιμο φώτων, κατέβασμα αυλαίας.
Σκηνή οκτώ είναι ο Ηρακλής στο σαλόνι και μονολογεί:
Ηρακλής: τι να κάνω πέστε μου; Να γυρίζει η κόρη μου με έναν μαντράχαλο έως εκεί πάνω και να μην μπορώ να πάρω το ρόπαλο μου να του δώσω μια να του σπάσω το κεφάλι. Ωραίος πατέρας! Τώρα αν μπορείς μίλα Ηρακλή! Να του σπάσω το κεφάλι θέλει όχι αυτός αλλά η κόρη μου, αν του το σπάσω που θα βρει άλλο κορόιδο να την αγαπάει; Καλό παιδί ο Άρης αλλά φτωχός. Έχει δουλειά αλλά με 700 ευρώ που παίρνει άντε να ανοίξεις σπιτικό σήμερα; Θα μου πεις εσύ τότε πόσα έπαιρνες τότε Ηρακλή; Και εγώ τα ίδια έπαιρνα αλλά άλλες εποχές τότε, άλλες σήμερα.
Αφροδίτη: μπαίνει μέσα στο σπίτι φουριόζα και προχωράει για το δωμάτιο της.
Ηρακλής: ε για σιγά για σιγά ούτε μια καλησπέρα δεν λέμε πια, ούτε σεβασμός, ούτε ντροπή υπάρχει σήμερα.
Αφροδίτη γυρίζει πίσω και λέει: άσε μας ρε πάτερα και εσύ κέφια έχεις με την μάνα μου μην της σπάσω το κεφάλι. Της είπα να μου ράψει το κουμπί αλλά αυτή με έγραψε! Που είναι τώρα;
Ηρακλής: λες και δεν ξέρεις όλο στην μάνα της είναι. Ράψε το κουμπί μόνη σου, χέρια δεν έχεις τι περιμένεις;
Ηρακλής κάνει την χαρακτηριστική κίνηση βάζοντας το χέρι στο στόμα και λέει στο κοινό: σιγά μην το ράψει σώθηκες τώρα, χειρότερη από την μάνα της μας βγήκε. Μα που έμοιασε αυτό το παιδί μα που έμοιασε; Στην πεθερά μου έμοιασε σίγουρα, ευτυχώς που δεν βγήκε και στριμμένο έντερο όπως ο πεθερός μου.
Άρης: καλησπέρα κύριε Ηρακλή.
Ηρακλής κάνει πάλι την χαρακτηριστική κίνηση στο κοινό και λέει; Ωχ τον ξεχάσαμε αυτόν όπου πάει η κόρη μου μαζί της και αυτός, σαν δυο αυτοκόλλητα είναι.
Ηρακλής: καλησπέρα Άρη, πέρασε σαν το σπίτι σου.
Άρης: ευχαριστώ πολύ.
Ηρακλής: κάτσε παιδί μου Άρη να μιλήσουμε.
Άρης: ευχαριστώ αλλά δεν θα καθίσω.
Ηρακλής: κάτσε παιδί μου Άρη θα αργήσει η κόρη μου.
Άρης: μα ένα κουμπί θα ράψει και θα φύγουμε.
Ηρακλής: αμ δεν θα το ράψει, ζακέτα θα αλλάξει και θα κάνει μια ώρα να δοκιμάζει μια φορά την μια και μια την άλλη! Κάτσε που σου λέω.
Άρης: ναι λέει και κάθετε.
Ηρακλής: πως τα πας με την κόρη μου Άρη;
Άρης: καλά κύριε Ηρακλή, καλά και σκύβει το κεφάλι.
Ηρακλής: μόνο καλά έχεις να μου πεις;
Άρης: τι άλλο να πω;
Ηρακλής: ότι την αγαπάς.
Άρης: μα το ξέρετε αυτό πως την αγαπώ αλλά.
Ηρακλής: άσε τα αλλά Άρη και λέγε.
Άρης: ναι αλλά ξέρετε πως είναι τα πράγματα, η οικονομία.
Ηρακλής: άκου παιδί μου Άρη να μιλήσουμε σαν άντρες.
Άρης: ναι να μιλήσουμε αλλά η οικονομία της χώρας.
Ηρακλής: άσε μας με την οικονομία, Βαρουφάκης έγινες τώρα ή μήπως είσαι Σύριζα;
Άρης: όχι κύριε Ηρακλή αλλά ξέρετε η οικονομία της χώρας.
Ηρακλής: α θα με σκάση αυτός, βρε την αγαπάς την κόρη μου ναι η όχι;
Άρης: ναι!
Ηρακλής: τότε γιατί δεν την παντρεύεσαι! Και γυρίζει προς το κοινό και λέει: επιτέλους του το είπα.
Άρης: νομίζετε πως δεν θέλω να την παντρευτώ; Παραπάνω από τρία χρόνια μπαινοβγαίνω στο σπίτι σας, αλλά δεν μπορώ και το ξέρετε γιατί η οικονομία της χώρας πάει χάλια και δεν μπορεί να ανακάμψει και…
Ηρακλής: άσε τα και κερί και λιβάνι Άρη, σάπια λόγια μου λες. Τι δουλειά έχει η οικονομία με τον γάμο; Πες πως δεν θέλεις να παντρευτείς την κόρη μου να τελειώνουμε.
Άρης: όχι κύριε Ηρακλή εγώ την αγαπάω και την θέλω αλλά ξέρετε.
Ηρακλής: πάλι τα ίδια άρχισε! Τα σημερινά παιδιά, η ανθούσα νεολαία, το αυριανό μέλλον αυτής της χώρας. Βρε εσύ θα με σκάσεις στο τέλος θα έρθει και η κόρη μου και όλο για την οικονομία της χώρας θα λέμε. Βρε Άρη τι σχέση έχει η οικονομία με την κόρη μου;
Άρης: πως δεν έχει τα χρηματοοικονομικά δεδομένα που υπάρχουν δεν επιτρέπουν της περεταίρω κινήσεις, λόγο της μη κίνησης κεφαλαίων, υλικών αγαθών, χαμηλών μισθών και της αβεβαιότητας για το μέλλον!
Ηρακλής: μάλιστα κατάλαβα το στρίβειν δια του αρραβώνος που λέμε!
Άρης: μα δεν είπα αυτό κύριε Ηρακλή με παρεξηγήσατε!
Ηρακλής: εγώ σε παρεξήγησα ή εσύ τα λες όπως μιλάνε στην τηλεόραση οι πολιτικοί. Είπα ξείπα, δεν είπα, δεν ακούσατε καλά, άλλα είπα, άλλα έκανα, άλλα ήθελα να κάνω, τώρα τι θέλετε να σας κάνω; Άρη λίγα λόγια και σταράτες κουβέντες σε παρακαλώ.
Άρης: μάλιστα.
Ηρακλής: αυτό το μάλιστα μας έφαγε, άντε λέγε παρακάτω συνέχισε.
Άρης: μάλιστα.
Ηρακλής: βρες γαμπρό βάλτου μυαλό, την κόρη μου να πάρει να ησυχάσω εγώ!
Άρης: ε!
Ηρακλής: συνέχισε και όχι ότι λένε οι πολιτικοί Άρη. Άσε κατά μέρος τα θα, να, όταν, θα δούμε και μην πεις πάλι μάλιστα. Λίγα λόγια και σταράτα
Άρης: μάλιστα, δηλαδή ναι ξέρετε.
Ηρακλής: α πάλι τα ίδια θα νυχτώσουμε εδώ μέσα! Άρη ένα και ένα κάνουν δυο, την θες την κόρη μου η όχι;
Άρης: μα αυτό σας λέω τόση ώρα.
Ηρακλής: και εγώ γιατί δεν το καταλαβαίνω; Άντε συνέχισε πάμε παρακάτω.
Άρης: ναι παρακάτω, δηλαδή τι λέγαμε.
Ηρακλής: θα την παντρευτείς ή όχι αυτό λέγαμε.
Άρης: μα πώς να την παντρευτώ, με 700 ευρώ που παίρνω πώς να την ζήσω;
Ηρακλής: δεν θέλω δικαιολογίες και μην αρχίσεις πάλι να βελτιωθεί η οικονομία της χώρας, να στείλουμε άνθρωπο στον Άρη. Άντε για συνέχισε.
Άρης: νομίζετε πως δεν ντρέπομαι που έρχομαι τόσα χρόνια στο σπίτι σας. Την κόρη σας την αγαπάω αλλά δεν έχω καμιά βοήθεια, ούτε σπίτι να μείνουμε έχουμε, ούτε μεγάλο μισθό έχω. Όλα στραβά μας πάνε.
Ηρακλής: τι πάει στραβά για λέγε.
Άρης: μια καλύτερη δουλειά που δεν μπορώ να βρω. Να εδώ ακόμα και ένα ξυστό, ένα σκρατς πήραμε με την κόρη σας να το ξύσουμε και κάναμε όνειρα και στο τέλος το χάσαμε και αυτό! Τέτοια γκαντεμιά πια.
Ηρακλής! ώστε δικό σας ήταν το ξυστό, μάλιστα! Λοιπόν θα σου μιλήσω ανοιχτά παιδί μου Άρη αν σε βοηθούσα εγώ, τι έλεγες θα αποφάσιζες να παντρευτείς με την κόρη μου.
Άρης: δηλαδή τι βοήθεια;
Ηρακλής: εσύ μου έλεγες πως δεν κρατούσουνα και τώρα άρχισες τα δηλαδή.
Άρης: θα μου πείτε για να ξέρω.
Ηρακλής: να σε βοηθήσω για τον γάμο, να σου δώσω και το σπίτι για να μείνετε εσύ με την Αφροδίτη. Εξάλλου της κόρης μου είναι το σπίτι το ξέρεις.
Άρης: αν είναι έτσι την παντρεύομαι και αύριο, να της το πω να ξετρελαθεί η Αφροδίτη.
Ηρακλής: όχι Άρη δεν θα πεις τίποτα, αυτή η κουβέντα θα μείνει μεταξύ μας.
Άρης: μα πως δηλαδή, τι εννοείτε γιατί δεν σας καταλαβαίνω.
Ηρακλής: δεν θα της πεις τι συζητήσαμε μεταξύ μας. Αυτά θα μείνουν κρυφά και εγώ θα σας βοηθήσω όπως είπα, εντάξει Άρη;
Άρης: εντάξει κύριε Ηρακλή αλλά.
Ηρακλής: τι αλλά είπα κουβέντα δεν θα της πεις Άρη, αυτά είναι μεταξύ άντρων.
Άρης: καλά κύριε Ηρακλή.
Ηρακλής: δεν θα με ξαναπείς έτσι Άρη, πάτερα θα με λες από δω και πέρα πατέρα και πάρε και 500 ευρώ για της ανάγκες του γάμου και θα σας δώσω και άλλα για το νυφικό και ότι άλλο χρειαστεί.
Άρης: έχω χρήματα, δουλεύω και ντελίβερι τα βράδια και μαζεύω χρήματα. Θα μου δώσουν και οι δικοί μου, στο σπίτι και στο ενοίκιο κολάγαμε.
Ηρακλής: μην ανησυχείς θα σε βοηθήσω, τι λες να μείνετε εδώ στο σπίτι;
Άρης: μαζί σας αυτό εννοείτε; Μα ξέρετε, θέλω να πω, καταλαβαίνετε!
Ηρακλής: όχι μαζί μας, αυτό δεν θα ήταν βοήθεια αλλά μπελάς να έχετε εμάς στα πόδια σας.
Άρης: τότε τι εννοείτε;
Ηρακλής: να μείνετε εσείς εδώ μέσα και εμείς να πάμε αλλού! Εξάλλου στο είπα και προηγουμένως ότι το αυτό το σπίτι ανήκει στην Αφροδίτη και σκύβει στο κοινό και κάνει το χέρι: ο πεθερός μου ο σπαγκοραμμένος όλο έλεγε μα να το πάρει ο γαμπρός το σπίτι αν πάθει τίποτα η κόρη μου; Να το γράψεις βρε γυναίκα στο παιδί να ησυχάσουμε με τον γρουσούζη. Λοιπόν Άρη λέγε:
Άρης: μα δεν θέλω και να σας διώξω από το σπίτι σας, τι θα πει ο κόσμος; Το κουτσομπολιό θα πάει σύννεφο!
Ηρακλής: άσε τι θα πει ο κόσμος Άρη και τους κουτσομπόληδες. το σωστό έτσι είναι, εξάλλου εμείς δεν χρειαζόμαστε ένα τόσο μεγάλο σπίτι. Στο είπα και πριν πως το σπίτι είναι της Αφροδίτης, μήπως δεν το κατάλαβες;
Άρης: τώρα το κατάλαβα κύριε Ηρακλή.
Ηρακλής: άσε το κύριε Ηρακλή κερί και λιβάνι, βρε τι σου είπα πάτερα να με λες.
Άρης: καλά θα το συνηθίσω.
Αφροδίτη: δεν άργησα.
Ηρακλής: όχι πολύ μια, δυο, τρεις μέρες;
Αφροδίτη: πάτερα πολύ κρύα αστεία λες, γελάσαμε.
Άρης: ναι ξέρεις γελάσαμε και με τα παράδοξα του φαινόμενου της δεδομένης στιγμής! Θα ήθελα να πω πως γιατί η κατάσταση το απαιτεί, να λέω τώρα πως καταλαβαίνετε!
Ηρακλής: άσε Άρη της κουταμάρες στο ψητό, στην βράση κολλάει το σίδερο.
Άρης: ναι στο ψητό, στο σίδερο.
Αφροδίτη: τι του λες του παιδιού πατέρα. Ο Άρης δεν λέει κουταμάρες, διδακτορικό έχει και ξέρει και δυο γλώσσες.
Άρης: ναι έχω διδακτορικό.
Ηρακλής: τώρα το κατάλαβα από της πολλές γλώσσες που ξέρει μπερδεύετε, για αυτό μιλάει αλαμπουρνέζικα. Και οι πολιτικοί μας άλλη γλώσσα μιλάνε, άλλη γλώσσα εννοούν και με άλλη γλώσσα τα πράττουν όλα αυτά. Όπως ο Σύριζα όχι έλεγε, ναι εννοούσε! Όχι φόρους έλεγε, ναι μας τους έβαλε. Μην μας βάλει και τίποτα παραπάνω με την φόρα που έχει πάρει, τίποτα δεν άφησε όρθιο.
Αφροδίτη: άσε μας πατέρα με την πολιτική, πάμε Άρη.
Άρης: ναι πάμε.
Ηρακλής: να πάτε καλή βόλτα όπως τα είπαμε Άρη, άντε κανόνισε.
Άρης: ναι, ναι!
Αφροδίτη: τι να κανονίσει πάτερα, τι συμβαίνει Άρη;
Άρης: τίποτα, τίποτα κάτι δικά μας.
Ηρακλής: Άρη κανόνισε της ημερομηνίες με την κόρη μου και άσε της υπεκφυγές. Εμείς τα είπαμε μην τα αλλάζεις τώρα;
Αφροδίτη: τι έγινε Άρη, τι είπατε.
Άρης: να ξέρεις για τα φαινόμενα των ζευγαριών και της υλιστικής αντιμετώπισης του δεδομένου της γνώσης του γάμου. Αυτά!
Ηρακλής: πάρτον στον γάμο του να σου πει πότε παντρεύεται! Βρε συ αυτό λέγαμε τόση ώρα;
Άρης: λέγαμε πως δεν λέγαμε, πολλά λέγαμε! Τι λέγαμε γιατί δεν θυμάμαι;
Αφροδίτη: πατέρα άσε τον Άρη ήσυχο θα το ζάλισες το παιδί. Ποιος ξέρει τι κουταμάρες θα του είπες πάλι για αγώνες, για πάλη, για ξεσηκωμούς, για αντίσταση, για πετροπόλεμο.
Ηρακλής: να πάρω μια πέτρα να του σπάσω το κεφάλι να δει για πότε θα θυμηθεί. Βρε Άρη τι λέγαμε τόση ώρα οι δυο μας;
Άρης: λέγαμε πως δεν λέγαμε, πολλά λέγαμε.
Ηρακλής: ε τότε δεν πρέπει να τα πεις αυτά και στην Αφροδίτη;
Αφροδίτη: τι να μου πεις Άρη, τι λέγατε;
Άρης: ναι ξέρεις πως, αλλά δεν είναι και εύκολο.
Ηρακλής: βρε θα σου σπάσω το κεφάλι, τι υποσχέσεις μου έδινες προηγουμένως σε δυο λεπτά τα ξέχασες όλα; Μπας και σου έχουν τάξει να πας υποψήφιος σε κανένα κόμμα; Που όλο ναι λένε και μετά μην τον είδατε τον Παναή!
Άρης: όχι αλλά είναι δύσκολο να τα πω, είναι και η Αφροδίτη μπροστά.
Ηρακλής: τώρα δέσαμε μάλλον του δέθηκε η γλώσσα. Τι της θες της πολλές γλώσσες Άρη αν δεν μπορείς να κουμαντάρεις την μια;
Αφροδίτη: Τι συμβαίνει Άρη τι; Θα μου πεις τι έγινε πατέρα;
Ηρακλής: άντε παιδί μου να πάτε βόλτα, να πιείτε και μερικά ποτηράκια, να λυθούν οι γλώσσες του Άρη να τελειώνουμε καμιά φορά. Έτσι Άρη;
Άρης: ναι πάμε Αφροδίτη;
Αφροδίτη: μπορεί να αργήσουμε πατέρα.
Άρης: ναι θα αργήσουμε πατέρα.
Αφροδίτη: είπες τον πατέρα μου πατέρα;
Άρης: ναι τον είπα.
Ηρακλής: άντε πηγαίνετε να τα πείτε στο δρόμο και εμείς τα είπαμε Άρη τα συμφωνήσαμε.
Αφροδίτη: τι συμφωνήσατε;
Άρης: να για το καλό μας για την ευημερία μας για το συμφέρον της δεδομένης στιγμής, γιατί πρέπει να λέγετε πως η απαίτηση του κίνδυνου της παρούσης ζωής είναι…..
Ηρακλής: άσε να συνεχίσω εγώ γιατί θα ξημερώσουμε. Βρε θα την παντρευτείς την κόρη μου η όχι; Για να τελειώνουμε καμιά φορά που μου έσπασες τα νεύρα με τα κορακίστικα που λες!
Άρης: μα τα είπαμε αυτά πάλι θα τα λέμε;
Αφροδίτη: τι είπατε και δεν το ξέρω, Άρη λέγε γρήγορα.
Ηρακλής: άσε μην ανοίξεις πάλι το στόμα σου γιατί θα σου σπάσω το κεφάλι. Ένα ναι η ένα όχι, λέγε ρε;
Άρης: τι να πω;
Ηρακλής: ναι να πεις.
Άρης: αυτό λέω και εγώ γιατί η παρούσα στιγμή απαιτεί σύνεση, διορατικότητα, να βλέπεις το μέλλον με άλλο μάτι και σε αγαπάω Αφροδίτη με παντρεύεσαι;
Αφροδίτη: τι; Τι είπες; Τι είπες Άρη; Τι!
Ηρακλής: τι, τι μωρή και εσύ σαν την μάνα σου τα ίδια άρχισες. Να το σκεφτώ, να δούμε, δεν ξέρω, μην παίρνουμε βιαστικές αποφάσεις. Άντε πες ναι τώρα που πήρε φόρα ο άλλος! Άντε πες ναι γιατί θα τον βγάλω από την μπρίζα και άντε να κάνει ρησέτ μετά!
Άρης: ναι ρησέτ!
Αφροδίτη: άσε με βρε πάτερα που έμαθες και το ρησέτ τώρα. Τι σκάρωσες πάλι ήθελα να ξέρα. Λέγε Άρη γιατί θα σου κάνω εγώ ρησέτ μετά και θα χάσεις τα αυγά και τα πασχάλια!
Άρης: ναι τα αυγά και τα πασχάλια μανάρι μου, κοριτσάρα μου.
Ηρακλής: ως αγρίεψε αυτός για να τους διώξω μην έχουμε έκτροπα εδώ μέσα. Για πηγαίνετε εσείς και τα λέτε στον δρόμο!
Άρης: ναι τα λέμε στον δρόμο, πάμε μανάρι μου..
Αφροδίτη: πάμε Άρη. Πατέρα μετά θα σου σπάσω το κεφάλι που θέλεις να με παντρέψεις με το ζόρι, μα με το ζόρι;
Ηρακλής γυρίζει προς το κοινό και λέει: ναι με το ζόρι. Κάθε μέρα αυτό έλεγε πότε θα με παντρευτεί ο Άρης, πότε θα με ζητήσει δέκα φορές την ημέρα. Ναι με το ζόρι, επάνω της Άρη με το ζόρι.
Άρης: ναι θα είμαι ζόρικος, θα την σκίσω την γάτα.
Αφροδίτη: κάτσε καλά Άρη γιατί δεν με ξέρεις έμενα! Θα γίνουμε από δυο χωριά χωριάτες!
Ηρακλής: κάτσε να τον παντρευτείς μωρή τον άνθρωπο και μετά τσακώνεσαι μαζί του. Από τώρα, κάτσε να μπει η κουλούρα πρώτα!
Άρης: ναι η κουλούρα έχω μια θολούρα!
Ηρακλής: πήγαινε Άρη μια βόλτα να ξεθολώσεις, να πάρεις καθαρό αέρα να ηρεμήσεις. Άντε Αφροδίτη να φύγετε.
Αφροδίτη: ναι πάμε γιατί όλο καυσαέριο και αφρικανική σκόνη έχουμε τελευταία, άντε πάμε να σε ηρεμήσω αγόρι μου.
Άρης: ναι να ηρεμήσω αφού με αγριέψεις πρώτα μανάρι μου.
Αφροδίτη: κάτσε καλά Άρη είναι ο πατέρας μου μπροστά ντροπή.
Άρης: αν θέλει ας πει κάτι, τόσα χρόνια κάθομαι σούζα μπροστά του. Τώρα άλλαξαν τα πράγματα, γαμπρός θα γίνω έτσι πεθερέ;
Ηρακλής: ορίστε μας τώρα έγινα και η κακιά πεθερά. Βρε φύγε από δω γρουσούζη ε παλιό γρουσούζη.
Αφροδίτη: πατέρα πως μιλάς έτσι στον μέλλοντα σύζυγο μου;
Άρης: ναι στον σύζυγο σου! Γιατί η στιγμή απαιτεί σύνεση των ειδικών θεμάτων προς την αποτίμηση των γεγονότων του παρόντος θέματος και πρέπει να..
Ηρακλής: να μου αδειάσετε την γωνιά. Έλα για αδειάστε μου την γωνιά και οι δυο σας άντε μπρος. κάνε γαμπρό να δεις καλό, ορίστε μας! Άντε δρόμο τώρα που πήρατε και αέρα εδώ μέσα.
Αφροδίτη: μα πατέρα μας διώχνεις ντροπή.
Ηρακλής: άντε φύγε γιατί θα έρθει η μητέρα σου με την γιαγιά σου και ξέρεις τι θα γίνει, θα αρχίσουν να το συζητάνε για δυο τρία χρονιά το θέμα. Η ντροπή σε μάρανε, βρε φύγε που σου λέω.
Αφροδίτη: καλά πάμε Άρη, πάμε.
Άρης: ναι πάμε γιατί.
Ηρακλής: βρε φύγε και άσε τα γιατί, γιατί γέννησε το γατί!
Άρης: γιατί το ξέχασα το γιατί.
Αφροδίτη: πάμε Άρη πάμε και φεύγουν.
Ηρακλής: Επιτέλους έφυγαν, επιτέλους τα κατάφερα. Άντε να τους παντρέψω να τους δώσω το σπίτι, να φύγω να ησυχάσω από εδώ μέσα. Τα κατάφερα και δεν ήταν κανένας μπροστά να μου χαλάσει την δουλειά.
Κλυταιμήστρα: τι λες γαμπρέ, τι λες βρε κουτσομπόλη πάλι;
Ηρακλής: άλλες κουτσομπόλευαν δυο ώρες επάνω για μένα λένε.
Δαλιδά: Ηρακλή δεν κουτσομπολεύουμε και το ξέρεις, καφέ πίναμε.
Ηρακλής: λέει προς το κοινό ναι καφέ πίνανε 100 φορές στο σπίτι του γαμπρού μια στου πεθερού! Τόνους καφέ έχουν πιει, βρε τόνους.
Δαλιδά: τι είπες για τόνους;
Ηρακλής: να πάρω ψάρι αύριο, έναν τόνο για να φάμε.
Κλυταιμήστρα: σιγά μην πάρει ψάρι ο άσχετος, ο πεθερός σου θα πάει να πάρει το καλύτερο! Μωρέ όλο εξυπνάδες είσαι! Μωρέ σιγά τον γαμπρό που πήραμε τον ξύπνιο!
Ηρακλής: είμαι για αυτό σου βούτηξα την κόρη. Εφτά γαμπρούς έδιωξε ο πεθερός μου από εδώ μέσα και έμενα ήθελε να με διώξει, αφού δεν μου άνοιγε την πόρτα και χτύπαγα και ξανά χτύπαγα και πάλι χτύπαγα και γκρίνιαζε και φώναξε και χτυπιότανε! Αλλά εγώ ο κουτός εκεί όλο εδώ μέσα ήμουν και την άρπαξα την Δαλιδά και την βούτηξα και την αγκαλιάζει και την φυλάει. Και ότι θες λέγε τώρα πεθερά, ότι θες λέγε!
Δαλιδά: ναι ο Ηρακλής ναι ο καλύτερος, ο πιο μάγκας, ο αγαπούλης μου και ο αντρούλης μου! Και του δίνει ένα φιλί και αυτή.
Κλυταιμήστρα: Δαλιδά κάτσε καλά και εσύ κοντά τα χέρια από την κόρη μου άκουσες!
Ηρακλής: κοντά είπες, μακριά και ακόμα μακρύτερα να πας αν σε πειράζει. Βρε μακριά είπα.
Κλυταιμήστρα: κάτσε καλά γαμπρέ μην με πιάσουν τα νεύρα μου.
Ηρακλής γυρίζει προς την Δαλιδά και λέει: να σε βάλω κάτω μανάρι μου να αναστενάξουν οι σομιέδες! Να βγει το έργο ακατάλληλο για ανηλίκους και ενηλίκους, για πεθερές και για λύκους και με την άδεια του εισαγγελέα. Με την άδεια του εισαγγελέα είπα και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή, μωρέ έχουν ψυχή! Δρόμο είπα, σπίτι σου και γυρίζει και της δίνει μια σιγανή σπρωξιά. Σπίτι σου και γρήγορα, μωρέ γρήγορα. Ακόμα εδώ είσαι; Έλα γιατί έχουμε και ορμές και αγριεύουμε. Άντε τζους δρόμο φύγε!
Κλυταιμήστρα: κάτσε καλά Ηρακλή, (ενώ της δίνει ακόμα μια σιγανή σπρωξιά) Ηρακλή είπα, Ηρακλή!!!!!!!!!!!!!!
Τέλος σκηνής, σβήσιμο φώτων κατέβασμα αυλαίας
Ένατη σκηνή.
Γυρίζουν ο Ηρακλής και η Δαλιδά από έξω, έχουν ξεντυθεί λίγο, ο Ηρακλής φοράει ένα σορτς.
Ηρακλής: ωραία δεν περάσαμε μωρό μου.
Δαλιδά: ωραία Ηρακλή και δεν έτρεχες με την μηχανή, σιγά πηγές αυτή την φορά. Πάω να αλλάξω, έλα και εσύ νοστιμούλη και να ξέρεις θα σε δαγκώσω μετά θα σε φάω, κοίτα να είσαι νταβραντισμένος.
Ηρακλής: θα είμαι χαρά μου, θα είμαι.
Δαλιδά: σήμερα θέλω να είσαι σκληρός και μεγάλος σαν αυτό το καρότο που έχουμε στην φρουτιέρα. Το πιάνει και το σηκώνει. Να στο αρπάξω και να σε φάω και κάνει την χαρακτηριστική κίνηση γελώντας. Αφήνει το καρότο στην φρουτιέρα και προχωρεί προς τα μέσα. Άντε έλα παιδαρά μου άντρακλα μου, προχωράει γυρίζει πάλι μέσα και λέει και θα σε φάω!
Ηρακλής: λέει στο κοινό ωχ πολύ αγρίεψε αυτή καήκαμε. Ναι έρχομαι ομορφιά μου να πιω λίγο νερό και έρχομαι. Λίγο νερό και ένα βιάγκρα! Έλα καλό μου βιάγκρα κάνε το θαύμα σου και κάνει πως πίνει ένα χάπι! Για να δούμε τι θα γίνει γιατί σήμερα δεν σε βλέπω ορεξάτο φιρφιρή, ντροπή σου ρε! Και κοιτάζει κάτω.
Ηρακλής: Ναι δεν αντιλέγω σε κούρασε η Δαλιδά χθες. Τι σε κούρασε μόνο, σε έλιωσε σε τσάκισε. Όλο σήκω παιδαρά μου έλεγε. Μια φορά σηκώθηκε μόνο του, μετά με την βοήθεια του βιάγκρα και δεν φτάνει αυτό να σου λέει η κυρά, γρήγορα έπεσε Ηρακλή σήμερα! Τι γρήγορα χαρά μου αφού σου έδειξα το ρολόι. Της λέω Δαλιδά πήγε δώδεκα η ώρα έχω και δουλειά αύριο. Θα έρθουν οι συνταξιούχοι να πάρουν την σύνταξη τους και δεν φτάνει που θα την πάρουν κουτσουρεμένη και μόνο 420 ευρώ. Θα με κοιτάζουν και με μισό μάτι και θα λένε από πάνω, λες και εγώ τους έκοψα της συντάξεις και εγώ έκανα τα κάπιταλ κοντρόλ. Άλλο βίτσιο και αυτό να στήνονται στην ουρά από της 7 το πρωί, λες και δεν ξέρουν πότε ανοίγει η τράπεζα! Να πας να μπεις μέσα για να ανοίξεις το ταμείο, τον υπολογιστή, το χρηματοκιβώτιο κλπ και σου λένε τι ώρα θα ανοίξετε; Μετά όταν ανοίγει η πόρτα, μπαίνουν μέσα ουρλιάζοντας και τσακώνονται για το ποιος θα πάρει χαρτί πρώτος. Και δεν φτάνει αυτό σε κοιτάνε και όρθιοι στα μάτια σε όλα τα ταμεία, λες και δεν βλέπουν τα νούμερα. Μα στραβοί είναι επιτέλους;
Ηρακλής: Για να λέμε και του στραβού το δίκιο ο φίλος μου ο Δημητρός που είναι ταμίας στο ΟΤΕ αντιμετωπίζει χειρότερα από έμενα. Του χτυπάνε την πόρτα, άντε ακόμα να ανοίξετε φωνάζουν, ουρλιάζουν και μετά όταν ανοίγει η πόρτα πάνε όλοι μαζί και τσακώνονται στο ταμείο για την σειρά. Όχι εγώ ήρθα πρώτος, όχι εγώ μιλάμε για μεγάλο σόου. Ανέβηκε ο ΦΠΑ ανέβηκε και ο λογαριασμός τους τηλεφώνου, οι αλήτες του ΟΤΕ φταίνε που ανέβασαν τον λογαριασμό. Έχει νεύρα ο παππούς οι αλήτες του ΟΤΕ φταίνε που του κόψανε την σύνταξη. Πήρε ροζ τηλέφωνα ο παππούς ή έπαιξε το τηλεπαιχνίδι η γιαγιά για να κερδίσει την λέξη στην τηλεόραση, οι αλήτες του ΟΤΕ φταίνε που τον χρέωσαν! Λέω για μένα αλλά αυτοί περνάνε πολύ χειρότερα από εμάς.
Δαλιδά εμφανίζετε στιγμιαία στην σκηνή και λέει: άντε Ηρακλή άσε τον μονόλογο και έλα! Έλα παιδαρά μου να σε φάω να σε δαγκώσω σαν το καρότο, ο μισός θα μείνει αύριο. Άντε πήγαινε να πλυθείς στο μπάνιο λέει και φεύγει.
Ηρακλής κοιτάζει κάτω και λέει: αμ δεν σε βλέπω σήμερα, βρε φιρφιρή τι έπαθες σήμερα δεν έχεις όρεξη να κελαηδήσεις; Τσίου, τσίου. Βρε κάνε τσίου, τσίου τι περιμένεις;
Κτυπάει η πόρτα και ακούγετε μια φωνή ανοίξτε, ανοίξτε είπα.
Ηρακλής: ωχ η πεθερά μου, τι θέλει τέτοια ώρα έντεκα και μισή κοντεύει. Ωχ άμα μπει μέσα και αρχίσει την κουβέντα καήκαμε γιατί θα την αρχίσει. Νωρίτερα από μισή ώρα δεν φεύγει με τίποτα, τσάμπα το πήραμε το βιάγκρα; Πρέπει να την διώξω πάση θυσία. Μάλιστα το βρήκα, τώρα θα δεις τι θα πάθεις να έρχεσαι σπίτι τέτοια ακατάλληλη ώρα. Τώρα θα σου δείξω εγώ, έλα καλό μου καροτσάκι! Πάει στο τραπέζι που είναι η φρουτιέρα και παίρνει ένα καρότο. Τώρα θα δεις τι θα πάθεις! Γυρίζει ανάποδα από το κοινό και βάζει το καρότο στο σορτς του, σαν και φαίνεται το πούλι του σηκωμένο. Γυρίζει στο κοινό και λέει μια χαρά είναι ο φιρφιρής, πρώτος έτοιμος να κελαηδήσει, έτοιμος να κάνει τσίου, τσίου και πάει και ανοίγει την πόρτα.
Κλυταιμήστρα: άντε τι κάνεις τόση ώρα δεν μπορείς να ανοίξεις μια πόρτα και ξαφνικά σταματάει κοιτάζοντας κάτω.
Κλυταιμήστρα: α ντροπή σου παλιάνθρωπε πως εμφανίζεσαι έτσι; Τι χάλια είναι αυτά, καλά δεν έχεις τσίπα επάνω σου.
Ηρακλής: τι θες πεθερούλα μου, άντε και με έκοψες επάνω στο καλύτερο και η Δαλιδά με περιμένει με ανοιχτά τα πόδια. Μπρος γρήγορα δίνε του.
Κλυταιμήστρα: α ντροπή σου παλιάνθρωπε τι χάλια είναι αυτά;
Ηρακλής: τα δικά σου δεν τα βλέπεις που έρχεσαι σε ξένο σπίτι στης έντεκα και μισή. Μπρος δρόμο φύγε, δρόμο είπα, άντε δίνε του.
Δαλιδά ακούγετε από μέσα: έλα παιδαρά μου δεν κρατιέμαι.
Κλυταιμήστρα: αμ θα σε φτιάξω και εσένα και αυτόν, σαν δεν ντρεπόσαστε στην ηλικία σας γεροί άνθρωποι.
Ηρακλής: βρε φύγε γιατί έχουμε και ορμές. Φύγε είπα τώρα, άντε τζους δρόμο. Και την πλησιάζει.
Κλυταιμήστρα: μην με πλησιάζεις έκφυλε, μη σου είπα μη και κάνει δυο βήματα πίσω.
Ηρακλής: φύγε άντε δρόμο, δρόμο είπα και κάνει πως θα κατεβάσει το σορτς.
Κλυταιμήστρα: φεύγω παλιάνθρωπε αλλά εμείς θα τα πούμε. Κάθε βράδυ εδώ θα την βγάζω και θα σε στέλνω για ύπνο χωριστά από την γυναίκα σου για να μάθεις λέει και φεύγει.
Ηρακλής: όπως έκανες τόσα χρόνια.
Δαλιδά εμφανίζετε στην σκηνή και λέει: τι έγινε Ηρακλή τι κάνεις τόση ώρα, με ποιον μίλαγες;
Ηρακλής γυρίζει προς την Δαλιδά και λέει: με την μητέρα σου και την έδιωξα.
Δαλιδά: Ηρακλή πω, πω τι είναι αυτό, μην μου πεις πως σε είδε έτσι η μάνα μου; Ωχ τι ντροπή!
Ηρακλής: με είδε και το έβαλε στα πόδια.
Δαλιδά: ντροπή Ηρακλή δεν είναι σωστό!
Ηρακλής: που είμαι Ηρακλής και ταύρος ή που χτύπησε την πόρτα στης έντεκα και μισή:
Δαλιδά: και τα δυο παιδαρά μου, θα το αρπάξω να το φάω!
Ηρακλής: ναι μανάρι μου να το φας, να το πλύνουμε όμως πρώτα.
Δαλιδά: θα το αρπάξω και θα το δαγκώσω Ηρακλή.
Ηρακλής: καλά ότι θες να το δαγκώσεις να το φας, αλλά να το πλύνουμε όμως πρώτα.
Δαλιδά: δεν κρατιέμαι θα το αρπάξω και θα του κόψω μια δαγκωνιά! Μωρέ θα στο βουτήξω και θα στο ξεκολλήσω.
Ηρακλής: να το ξεκόλλησες ομορφιά μου και λέει προς το κοινό: βρε μανία με το καρότο σήμερα.
Δαλιδά: δεν κρατιέμαι! Τώρα θα στο αρπάξω, θα στο κάνω φέτες.
Ηρακλής: ότι θες και φέτες και ολόκληρο ότι σου αρέσει καρδιά μου και γυρίζει προς την Δαλιδά με πλάτη στο κοινό και την αγκαλιάζει.
Δαλιδά: τώρα που στο άρπαξα θα στο ξεκολλήσω. Τώρα θα δεις, τώρα θα δεις τι θα γίνει και βγάζει το καρότο διώχνοντας το στο κοινό. Αι τι! Ηρακλή τι είναι αυτό; Τι χάλια είναι αυτά; Ένα καρότο;
Ηρακλής γυρίζει προς το κοινό και λέει: ένα καρότο να το φας, να το δαγκώσεις, να του κόψεις κομμάτι, να το κόψεις φέτες.
Δαλιδά: και τι γύρευε το καρότο στο σορτς σου, λέγε Ηρακλή τώρα αμέσως. Εσύ ήσουν ταύρος εδώ και μέρες, δυο φορές καλύτερα από νέος. Μπρος την αλήθεια γρήγορα.
Ηρακλής: για να λέμε την αλήθεια κάτι πήρα και με βοήθησε και ήμουν έτσι.
Δαλιδά: δηλαδή! Για λέγε παρακάτω.
Ηρακλής: πήρα βιάγκρα Δαλιδά και βγάζει το κουτί από το τσεπάκι και της το δείχνει, για αυτό ήμουν έτσι.
Δαλιδά: ώστε έτσι και έλεγα και εγώ και αναρωτιόμουν η γυναίκα. Και λέει στο κοινό: μήπως είχε καμιά γκόμενα και σε αυτή τα έριχνε όλα και σε έμενα με είχε στην ψύξη και του έφυγε και σε έμενα ξέσπασε. Το καρότο Ηρακλή, λέγε γιατί έβαλες το καρότο;
Ηρακλής: για να διώξω την μάνα σου. Ολόκληρο χάπι πήρα πριν από λίγο να πάει χαμένο και ξέρεις πόσο κάνει; Πάνω από 30 ευρώ τα τέσσερα χαπάκια, 40 ευρώ με τα προφυλακτικά. Σε λίγα λεπτά θα είμαι ντούρασελ, έχω και ένα χαπάκι για αύριο και σου έχω νέα.
Δαλιδά: καλά έκανες δεν είχα όρεξη να δω την μάνα μου στης έντεκα και μισή το βράδυ, τι νέα;
Ηρακλής: έχουμε λεφτά κέρδισα στο Λοτο.
Δαλιδά: δηλαδή είμαστε πλούσιοι;
Ηρακλής: περίπου.
Δαλιδά: ωραία να πάμε να πάρουμε ένα μεγάλο σπίτι, ένα με πέντε δωμάτια ρετιρέ όπως ονειρευόμουν πάντα.
Ηρακλής: τι να το κάνουμε ομορφιά μου το μεγάλο σπίτι δυο άτομα είμαστε, εξάλλου δεν φτάνουν τα λεφτά.
Δαλιδά: τότε να πάρουμε ένα με τέσσερα δωμάτια, ρετιρέ
Ηρακλής: τι το θες το ρετιρέ, να μας τρώει η ζεστή το καλοκαίρι και το κρύο τον χειμώνα. Εξάλλου δεν φτάνουν τα λεφτά.
Δαλιδά: πόσα κέρδισες Ηρακλή;
Ηρακλής: 150 χιλιάδες ευρώ μείον τον φόρο 20%, 120 χιλιάδες ευρώ.
Δαλιδά: τότε να πάρουμε ένα τριάρι μεγάλο.
Ηρακλής: δυάρι θα πάρουμε τι το θες το μεγάλο σπίτι; Αφού εδώ μέσα όλα αυτό λες πως κουράζεσαι να το καθαρίζεις, να το μαζεύεις.
Δαλιδά: καλά δεν σκέπτεσαι το παιδί μας την κόρη μας Ηρακλή.
Ηρακλής: αν την σκέπτομαι και πολύ μάλιστα. Μεγάλο σπίτι έχει αυτό που μένουμε, θα το ανακαινίσουμε αφού είναι δικό της. Έχω άδικο;
Δαλιδά: κατάλαβα θες να πάρεις ένα μεγάλο τζιπ για αυτό, όπως έλεγες τόσα χρόνια.
Ηρακλής: κάνεις λάθος για κάτσε να στα πω αναλυτικά.
Δαλιδά: και ο φιρφιρής;
Ηρακλής: ο φιρφιρής δεν αγρίεψε ακόμα, έλα κάτσε να στα πω πριν αγριέψει.
Δαλιδά κάθετε κοντά του και λέει: λέγε γρήγορα όμως.
Ηρακλής: βρήκα σπίτι ένα μεγάλο δυάρι 58 τετραγωνικά ολοκαίνουργιο, σε πολύ καλή τιμή. Πρώτοι εμείς θα μπούμε μέσα.
Δαλιδά: και το έκλεισες Ηρακλή χωρίς να το δω εγώ;
Ηρακλής: όχι ομορφιά μου θα το δεις και εσύ για να αποφασίσεις. Είναι κοντά στο σπίτι που μένουμε, 10 λεπτά από εδώ με το μετρό.
Δαλιδά: κατάλαβα για να πάρεις το τζιπ που πάντα ήθελες.
Ηρακλής: τι να το κάνω το τζιπ ομορφιά μου; Γιατί να δώσω 20 και 30 χιλιάδες ευρώ, πεταμένα λεφτά. ένα μικρό αυτοκίνητο θα αγοράσω.
Δαλιδά: όχι και μικρό Ηρακλή σαν αυτό που έχουμε, να έχει άλογα.
Ηρακλής: θα έχει! Μια άλφα ρωμαίο θα αγοράσω που σου αρέσει και εσένα πετρέλαιο, κόκκινη.
Δαλιδά: αλήθεια Ηρακλή; Πόσο μου αρέσει σε κόκκινο χρώμα και τα άλλα χρήματα τι θα τα κάνεις;
Ηρακλής: δεν στο είπα στο φίλαγα για έκπληξη, ο Άρης και η Αφροδίτη παντρεύονται.
Δαλιδά: τι; Μα πως;
Ηρακλής: μίλησα του Άρη και είπα να τα βοηθήσω. Εξάλλου το ξυστό το είχα βρει μέσα στο σπίτι αυτό που πήρα την μηχανή, δικό τους ήταν.
Δαλιδά: α για αυτό με έφαγε η Αφροδίτη με ένα ξυστό, για λέγε παρακάτω.
Ηρακλής: θα επισκευάσουμε το σπίτι, θα κάνουμε και τον γάμο, θα βοηθήσουμε και σε ότι θέλουν τα παιδιά. Θα αγοράσουμε και έπιπλα για το καινούργιο μας σπίτι, θα τους δώσουμε και το παλιό αυτοκίνητο για να μπορούν να κινηθούν, μια χαρά!
Δαλιδά: μπράβο Ηρακλή καλά τα σκέφτηκες και δεν θα μας μείνουν καθόλου χρήματα;
Ηρακλής: θα μείνουν να πάω στο χωριό, να φτιάξω το σπίτι που μου άφησε η θεία μου και τα δυο χωράφια. Γιατί ξέρεις Δαλιδά εγώ θα φύγω με την επόμενη εθελούσια από την τράπεζα, δεν θα κάτσω άλλο.
Δαλιδά: να φύγεις Ηρακλή όπως θες αλλά δεν το κατάλαβα αυτό;
Ηρακλής: εγώ θα πηγαίνω στο χωριό, έχω και την μηχανή. Μετά το Πάσχα εκεί θα είμαι. Δεν θα κάτσω στην πόλη να βλέπω τηλεόραση και να πάθω Αλτσχάιμερ, θα βάλω κήπο με όλα τα κηπευτικά.
Δαλιδά: και εγώ θα είμαι μονή μου εδώ;
Ηρακλής: Δαλιδά μην ξεχνάς ότι θα γίνεις γιαγιά και θα έχεις ασχολία να μεγαλώσεις το εγγονάκι μας. Εγώ τι να κάνω συνεχώς στην πόλη, μήπως θέλεις να γυρίζω στα γεράματα;
Δαλιδά: όχι Ηρακλή όχι! καλύτερα να πας στο χωριό αλλά με πειράζει.
Ηρακλής: δεν θα πάω και από τώρα, κάτσε να μεγαλώσω και λίγο. Εξάλλου το καλοκαίρι μαζί θα είμαστε, φιφριρή έτοιμος;
Δαλιδά: έτοιμο τον βλέπω αγρίεψε, άντε πάμε μέσα. Το μόνο που στενοχωριέμαι τι θα πει η μάνα μου.
Ηρακλής: και γιατί στενοχωριέσαι, αντί να γκρινιάζει σε έμενα και σε εσένα θα το κάνει στον Άρη και στην Αφροδίτη. Όλο δεν θέλω να μαγειρεύω λέει και τρέχει αμέσως κάτω. Τι να μαγειρεύω σήμερα, τι να φτιάξω; Θα έχει να ασχολείται, πάμε;
Δαλιδά: πάμε Ηρακλή πάμε. Άντε πάμε! Μωρέ πάμε και θα δεις τι θα πάθεις, θα δεις! Τώρα είναι που θα στο ξεκολλήσω, τώρα είναι που θα το κόψω φέτες, τώρα είναι που θα το αφήσω μισό.
Ηρακλής: μην μου λες τέτοια και φοβάμαι, τρέμω!
Δαλιδά: μωρέ θα στο κόψω σύριζα όπως μας τα έκοψε ο Σύριζα, όλα βρε σύριζα και δείχνει το ψαλίδι με το χέρι. Έμενα με λένε Δαλιδά που έβαλα το ψαλίδι; Φιρφιρή δεύρω έξω η Δαλιδά σε γυρεύει! Και κάνει με το χέρι το ψαλίδι και με το στόμα χρατς!
Ηρακλής: Δαλιδά μη, κάτσε καλά!
Δαλιδά: φέτες είπαμε να τον κόψω ψιλοκομμένες και τον πλησιάζει κάνοντας τα χέρια της σαν ψαλίδια.
Ηρακλής: Δαλιδά μηηηηηη!
Τέλος σκηνής, σβήσιμο φώτων, κατέβασμα αυλαίας.
Δέκατη σκηνή.
Είναι η Κλυταιμήστρα η Δαλιδά στο σαλόνι και υπάρχουν βαλίτσες.
Κλυταιμήστρα: όχι μην φεύγεις Δαλιδά, όχι:
Ηρακλής: έτοιμες οι βαλίτσες Δαλιδά.
Κλυταιμήστρα: όχι Ηρακλή όχι, μην με αφήνετε μόνη μου.
Δαλιδά: όχι μητέρα, πως κάνετε έτσι.
Κλυταιμήστρα: δηλαδή θα γυρίσετε πίσω, δεν θα φύγετε;
Ηρακλής: θα φύγουμε.
Κλυταιμήστρα: και εγώ σε ποιον θα γκρινιάζω, με ποιον θα κάνω παρέα, σε ποιον θα μαγειρεύω, πως θα περνάω την ώρα μου;
Ηρακλής: με την Αφροδίτη και τον Άρη, θα παντρευτούνε πάλι θα τα πούμε; Μόλις φτιάξουμε το σπίτι θα γίνει και ο γάμος.
Δαλιδά: ναι μητέρα αντί να μαγειρεύεις για την κόρη σου θα το κάνεις για την εγγονή σου, θα έρχομαι εξάλλου να σε βλέπω συχνά.
Κλυταιμήστρα: όχι Δαλιδά όχι, θα ρίξετε μαύρη πέτρα πίσω σας. Όχι μην φεύγετε.
Ηρακλής: μα μητέρα όλο πάλι μέσα στα πόδια σου θα την έχεις την Δαλιδά. Όλο εδώ θα είναι για να μεγαλώσει το εγγονάκι μας γιατί η Αφροδίτη έπιασε πάλι δουλειά. Γιατί ανησυχείς δεν μπορώ να το καταλάβω;
Αριστομένης μπαίνει γρήγορα στην σκηνή και λέει: Τι άκουσα καλά; Θα φύγουν, ε θα φύγουν; Πως θα φύγουν;
Ηρακλής: για να ησυχάσουμε από την γκρίνια σου και της αγριοφωνάρες σου.
Δαλιδά: ναι θα φύγουμε πατέρα έτσι πρέπει. Εξάλλου αφού θα παντρευτεί η Αφροδίτη με τον Άρη, πρέπει να τους αδειάσουμε το σπίτι.
Ηρακλής: έτσι είναι το σωστό! Όχι όπως έκανες εσύ που για να γράψεις το σπίτι πέρασαν χρόνια και έκανες άλλα τόσα να πας επάνω στο άλλο.
Κλυταιμήστρα: καλά σου λέει ο Ηρακλής.
Αριστομένης: μην μου κάνεις εμένα τον μάγκα γαμπρέ άκουσες; Έτσι γούσταρα έτσι έκανα.
Ηρακλής; τότε να μην έχεις παράπονο που φεύγουμε. Να δω με ποιον θα γκρινιάζεις μετά και ποιος θα ψωνίζει στο σούπερ μάρκετ.
Αριστόμενης: ωχ μην μου λες τέτοια; Με ποιον θα φωνάζω τώρα, σε ποιον θα ξεσπάω τώρα; Σιγά μην πάω για ψώνια να χαλάω τα λεφτά μου, καλά την βόλεψα τόσα χρόνια.
Δαλιδά: πάμε Ηρακλή;
Ηρακλής: ναι πάμε χαρά μου καρδία μου και ομορφιά μου και σηκώνει της βαλίτσες,
Αριστομένης: όχι μην φεύγετε όχι. Δαλιδά όχι, όχι σου λέω να κάτσετε εδώ, όχι! ενώ η Δαλιδά φεύγει με τον Ηρακλή.
Αριστομένης: όχι είπα όχι! θέλω κάποιον για να γκρινιάζω να φωνάζω! Όχι μην φεύγετε, οχιιιιιιιιιιιιιιιιιι
Τέλος σκηνής, σβήσιμο φώτων, κατέβασμα αυλαίας.
Τελευταία σκηνή. Όλοι οι ηθοποιοί επάνω στην σκηνή
Προχωρούν μπροστά ανά δυο και λένε με την σειρά:
Κλυταιμήστρα- Αριστομένης: είσαι γκρινιάρης και στριμμένος και κακός.-Εγώ είμαι ο ίδιος μου ο εαυτός.
Αφροδίτη-Άρης: σε παντρεύτηκα επιτελούς εγώ- με τύλιξε ο πατέρας σου αλλιώς θα σου 'λεγα εγώ.
Δημήτρης: αγάπη ευτυχία και χαρά- να ζούμε ανέμελα στου θεού την αγκαλιά.
Ηρακλής –Δαλιδά: επιτελούς μόνοι εμείς οι δυο- πάρε και κανένα βιάγκρα να ευχαριστηθώ!
Ηρακλής: Κοστίζουν λεφτά δεν έχουμε πολλά.
Δαλιδά: Ώστε έτσι λοιπόν τότε θα σε δαγκώσω θα στον κόψω φέτες
Ηρακλής: όχι, όχι ένα μήνα έκανε να συνέλθει, ντροπή σου Δαλιδά! θα φύγω στο χωριό να ησυχάσω εγώ, καλύτερα μόνος να φύγει και ο πόνος!
Δαλιδά: Ντροπή σου Ηρακλή
Ηρακλής: τι θες αφού μου έκοψες τα μαλλιά! Βρε μανία με το ψαλίδι, βρε μανία με το ψαλίδι αυτή η γυναίκα. Είχα και τον Σύριζα στης πλάτες μου τόσο βάρος, όλο με φόρτωνε φόρους και μου έκοβε τον μισθό. Ήθελε και ο Βαρουφάκης να τον στηρίξω στις δικές μου πλάτες μου. Όλοι τα φορτώνουν στον λαό το ξέρετε αυτό. Πέσαμε και οι δυο μαζί και που να ξανά σηκωθούμε που να ξανά σηκωθούμε! Αμ πως, αμ πως! Αμ πως έξω από εδώ, βρε ουστ έξω από δω! Έξω από δω και γρήγορα.
Ηρακλής: Γρήγορα είπα μην πάρω το ρόπαλο μου και σας κυνηγήσω! Μην πάρω το ρόπαλο μου και σας κυνηγήσω και βαράω αριστερά, δεξιά, στο κέντρο και σοσιαλιστικά όλους όσους κυβέρνησαν αυτή την χώρα για 40 χρόνια. Για σαράντα χρόνια και βάλε και βάλε είπα! Να μην αφήσω κεφάλι που να μην σπάσω, να μην αφήσω κεφάλι που να μην σπάσω! Αμ πως, αμ πως, αμ πως!
Ηρακλής: Να δεις τότε πως θα βάλουν μυαλό αυτοί που μας κυβερνάνε, τότε να δεις που θα βάλουν μυαλό όλοι τους. Δαλιδά το ρόπαλο μου και γρήγορα, το ρόπαλο μου και γρήγορα και γρήγορα είπα! Όχι μην φεύγετε όχι, να σπάσω και το δικό σας κεφάλι. Να σπάσω και το δικό σας που τους ψηφίσατε, μωρέ που τους ψηφίσατε! Που τους ψηφίσατε είπα και που δεν παίρνετε και εσείς ένα ρόπαλο για να τους σπάσετε το κεφάλι, για να πάει μπροστά επιτέλους αυτός το τόπος. Να πάει μπροστά επιτέλους αυτός ο τόπος, να πάει μπροστά η Ελλάδα μας! Φέρτε μου όχι λερναίες ύδρες αλλά την Μέρκελ! Μωρέ φέρτε μου την Μέρκελ να την κάνω χαλί να την πατήσεις! Χαλί να την πατήσεις είπα, μωρέ χαλί να την πατήσεις!
Τέλος έργου!